Η κατάθλιψη αποτελεί μία από τις πλέον διαδεδομένες και επιβαρυντικές ψυχικές διαταραχές παγκοσμίως, με σημαντικές επιπτώσεις τόσο στο άτομο όσο και στο κοινωνικό σύνολο. Ως κλινική οντότητα, η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο συναισθηματικών, γνωστικών, σωματικών και συμπεριφορικών συμπτωμάτων που διαρκούν για σημαντικό χρονικό διάστημα και οδηγούν σε έκπτωση της λειτουργικότητας του ατόμου. Η κατανόηση της κατάθλιψης απαιτεί μία πολυπαραγοντική προσέγγιση, καθώς εμπλέκονται βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες σε μία δυναμική αλληλεπίδραση.
Το άγχος αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις ανθρώπινες εμπειρίες, η οποία διατρέχει τόσο την καθημερινή ζωή όσο και το πεδίο της ψυχοπαθολογίας. Παρά τη φυσιολογική του λειτουργία ως μηχανισμού προσαρμογής και επιβίωσης, όταν καθίσταται επίμονο, δυσανάλογο ή απορρυθμισμένο, μετατρέπεται σε κλινικά σημαντικό φαινόμενο. Στο πλαίσιο αυτό, οι λεγόμενες Αγχώδεις Διαταραχές, συνιστούν μία ευρεία κατηγορία διαταραχών, που χαρακτηρίζονται από υπερβολικό φόβο, ανησυχία και συναφή σωματικά και γνωστικά συμπτώματα, τα οποία επηρεάζουν τη λειτουργικότητα του ατόμου.
Γιατί πρέπει να κάνουμε διάγνωση
Η παραδοσιακή αιτία για την οποία γίνεται η διάγνωση είναι ο θεραπευτικός σχεδιασμός. Είναι εύκολο να διαπιστώσουμε την αξία της καλής διάγνωσης στις καταστάσεις που οφείλουμε να συνεργαστούμε με άλλον ειδικό πχ τη διάγνωση εξάρτησης από αλκοόλ ή ναρκωτικά, όπου ενδείκνυται η ατομική θεραπεία μόνο όταν υπάρχει παράλληλα αντιμετώπιση της εξάρτησης σε δομή. Ή στην περίπτωση διπολικής διαταραχής που η ψυχοθεραπεία πρέπει να συνοδεύεται από φαρμακοθεραπεία. Ή όταν υπάρχει κάποια οργανικότητα που πρέπει να διερευνηθεί ιατρικά.
Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτή την ομιλία σκεφτόμουν τι θα ήταν αυτό που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας.
Δρ Βάλια Δροσίτου
Ένας ασφαλής χώρος όπου μπορείς να εκφραστείς δίχως να κρίνεσαι.