ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Η κατάθλιψη αποτελεί μία από τις πλέον διαδεδομένες και επιβαρυντικές ψυχικές διαταραχές παγκοσμίως, με σημαντικές επιπτώσεις τόσο στο άτομο όσο και στο κοινωνικό σύνολο. Ως κλινική οντότητα, η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο συναισθηματικών, γνωστικών, σωματικών και συμπεριφορικών συμπτωμάτων που διαρκούν για σημαντικό χρονικό διάστημα και οδηγούν σε έκπτωση της λειτουργικότητας του ατόμου. Η κατανόηση της κατάθλιψης απαιτεί μία πολυπαραγοντική προσέγγιση, καθώς εμπλέκονται βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες σε μία δυναμική αλληλεπίδραση.

Ιστορικά, η κατάθλιψη περιγραφόταν ήδη από την αρχαιότητα με τον όρο «μελαγχολία», που συνδεόταν με τη θεωρία των τεσσάρων χυμών του Ιπποκράτη. Στη σύγχρονη ψυχιατρική, η έννοια έχει αποδεσμευτεί από τις πρώιμες αυτές ερμηνείες και εντάσσεται σε ένα πιο συστηματοποιημένο διαγνωστικό πλαίσιο, όπως αυτό που προσφέρει το DSM-5(Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών). Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία της κατάθλιψης εξακολουθεί να διατηρεί ένα βαθύ υπαρξιακό και φαινομενολογικό περιεχόμενο, το οποίο δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά σε διαγνωστικά κριτήρια.

Σε επίπεδο συμπτωματολογίας, η κατάθλιψη εκδηλώνεται με επίμονη θλίψη ή ευερεθιστότητα, απώλεια ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης (ανηδονία), διαταραχές στον ύπνο και την όρεξη, κόπωση, δυσκολία συγκέντρωσης, αισθήματα ενοχής ή αναξιότητας και, σε σοβαρότερες περιπτώσεις, σκέψεις θανάτου ή αυτοκτονίας. Η πολυμορφία των συμπτωμάτων υποδηλώνει ότι η κατάθλιψη δεν είναι μία μονοδιάστατη κατάσταση, αλλά ένα σύνθετο φάσμα εμπειριών, το οποίο διαφοροποιείται ανάλογα με το άτομο και το πλαίσιο.

Από βιολογική σκοπιά, η κατάθλιψη έχει συνδεθεί με δυσλειτουργίες σε νευροδιαβιβαστικά συστήματα, όπως η σεροτονίνη, η ντοπαμίνη και η νοραδρεναλίνη, καθώς και με αλλαγές στη λειτουργία εγκεφαλικών περιοχών όπως ο προμετωπιαίος φλοιός και η αμυγδαλή. Επιπλέον, η σύγχρονη έρευνα αναδεικνύει τον ρόλο του άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων (HPA axis) και της χρόνιας ενεργοποίησης του στρες, στην εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Ωστόσο, καμία βιολογική θεωρία δεν επαρκεί από μόνη της για να εξηγήσει την πολυπλοκότητα της διαταραχής.

Οι κοινωνικοί παράγοντες διαδραματίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο. Η φτώχεια, η ανεργία, οι διαπροσωπικές συγκρούσεις, η κοινωνική απομόνωση και τα τραυματικά γεγονότα ζωής αποτελούν ισχυρούς παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη κατάθλιψης. Επιπλέον, πολιτισμικές παράμετροι επηρεάζουν τόσο την έκφραση των συμπτωμάτων όσο και τη στάση απέναντι στη νόσο και τη θεραπεία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η έννοια της υποκειμενικής εμπειρίας της κατάθλιψης. Πέρα από τα διαγνωστικά κριτήρια, η κατάθλιψη συχνά βιώνεται ως απώλεια νοήματος, αποξένωση από τον εαυτό και τους άλλους και αίσθηση εσωτερικού κενού. Η κατανόηση αυτής της εμπειρίας, είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη της θεραπευτικής σχέσης μεταξύ ψυχοθεραπευτή και θεραπευόμενου και για την αποτελεσματική παρέμβαση.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της κατάθλιψης είναι εξίσου πολυδιάστατη. Η φαρμακοθεραπεία, κυρίως με αντικαταθλιπτικά φάρμακα όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), στοχεύει στη ρύθμιση των νευροχημικών ανισορροπιών.

Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία της κατάθλιψης συγκροτεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο και βαθύ θεωρητικό και κλινικό πεδίο, στο οποίο το σύμπτωμα δεν αντιμετωπίζεται ως απλή διαταραχή της διάθεσης, αλλά ως έκφραση εσωτερικών συγκρούσεων, απωλειών και διαταραχών στη σχέση με το αντικείμενο. Στο πλαίσιο της Μείζωνος Καταθλιπτικής Διαταραχής, η ψυχαναλυτική προσέγγιση διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις συμπτωματοκεντρικές παρεμβάσεις, καθώς επιδιώκει την κατανόηση του υποκειμενικού νοήματος της κατάθλιψης και της θέσης της στην ψυχική οικονομία του ατόμου. Η θεμελιώδης συμβολή του Sigmund Freud στο έργο του Πένθος και Μελαγχολία αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης για την ψυχαναλυτική κατανόηση της κατάθλιψης. Ο Freud διέκρινε το φυσιολογικό πένθος από τη μελαγχολία, επισημαίνοντας ότι στη δεύτερη περίπτωση η απώλεια δεν αφορά μόνο ένα εξωτερικό αντικείμενο  όπως είναι η μητέρα, αλλά μετατρέπεται σε εσωτερική απώλεια μέσω της ταύτισης με το χαμένο αντικείμενο. Το Εγώ, ενσωματώνοντας το αντικείμενο, στρέφει την επιθετικότητα προς τον εαυτό, οδηγώντας σε αυτομομφή, ενοχή και μείωση της αυτοεκτίμησης. Η κατάθλιψη, υπό αυτή την έννοια, συνιστά μία μορφή «εσωτερικευμένης σύγκρουσης», όπου η σχέση με τον άλλον μετατρέπεται σε σχέση του εαυτού με τον εαυτό.

Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία της κατάθλιψης, στοχεύει ακριβώς στην ανάδειξη αυτών των ασυνείδητων διεργασιών. Μέσα από την ελεύθερη συνειρμική διαδικασία και την ερμηνευτική εργασία, ο θεραπευόμενος καλείται να προσεγγίσει τα βιώματα απώλειας, τις αμφιθυμικές του στάσεις απέναντι στα σημαντικά αντικείμενα και τις εσωτερικευμένες μορφές κριτικής που συγκροτούν το Υπερεγώ. Το καταθλιπτικό δηλαδή συναίσθημα, συχνά συνδέεται με μία αυστηρή και τιμωρητική εσωτερική φωνή, η οποία επιβάλλει απαιτήσεις και ενισχύει το αίσθημα αναξιότητας.

Κεντρικό ρόλο στη θεραπευτική διαδικασία διαδραματίζει η μεταβίβαση. Ο θεραπευόμενος μπορεί να βιώνει τον θεραπευτή ως αδιάφορο, απορριπτικό ή επικριτικό, επαναλαμβάνοντας πρώιμες εμπειρίες απώλειας ή απογοήτευσης. Η κατάθλιψη μπορεί να εκδηλωθεί μέσα στη θεραπεία ως σιωπή, απόσυρση ή αίσθηση ματαιότητας, αναπαράγοντας τον εσωτερικό κόσμο του ατόμου. Η επεξεργασία της μεταβίβασης επιτρέπει την αναγνώριση των επαναλαμβανόμενων σχεσιακών μοτίβων και τη σταδιακή τους μεταμόρφωση μέσα σε ένα ασφαλές πλαίσιο.

Στη σύγχρονη ψυχαναλυτική πρακτική, η έμφαση μετατοπίζεται προς τη διαπροσωπική και σχεσιακή διάσταση της κατάθλιψης. Η θεραπευτική σχέση δεν αποτελεί μόνο πεδίο αναπαράστασης του παρελθόντος, αλλά και χώρο δημιουργίας νέων εμπειριών. Ο θεραπευτής λειτουργεί ως «αντικείμενο» που μπορεί να αντέξει την απόγνωση, την επιθετικότητα και την απόσυρση του θεραπευόμενου, προσφέροντας μία διαφορετική εμπειρία σχέσης. Μέσα από τη θεραπευτική σχέση και την ερμηνευτική διερεύνηση, το άτομο αποκτά τη δυνατότητα να κατανοήσει βαθύτερα την εμπειρία του, να επεξεργαστεί τα βιώματα απώλειας και να αναπτύξει πιο σταθερές και δημιουργικές μορφές σχέσης με τον εαυτό και τους άλλους. Με τον τρόπο αυτό, η κατάθλιψη παύει να αποτελεί μόνο πηγή οδύνης και μετατρέπεται σε πεδίο ψυχικής επεξεργασίας και μετασχηματισμού.Τέλος φόρμας

Δρ Βάλια Δροσίτου

Ένας ασφαλής χώρος όπου μπορείς να εκφραστείς δίχως να κρίνεσαι.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

  Τήνου 71, Πάτημα Χαλανδρίου 152 38, Οικία Νο 6

  +30 694 438 3519

  drossitou@yahoo.gr