Βασικές Αρχές της Ψυχανάλυσης

Στην προσπάθειά του ο Φρόιντ να περιγράψει το ψυχικό όργανο ανέπτυξε τις εξής θεωρίες: Την τοπογραφική και τη Δομική

Τοπογραφική Θεωρία

Αν και με μια πρώτη ματιά δεν είναι εμφανές, η πρώτη τοπογραφική θεωρία του Φρόυντ για τον ψυχισμό παραμένει δυναμική και λειτουργική.

Η λέξη Δυναμική προέρχεται από την ελληνική λέξη δύναμη και σημαίνει έχω ισχύ. Αναφέρεται σε ενέργεια ή κίνηση πχ δυναμικός ποδοσφαιριστής ή πολιτικός, «δυναμίτης» κλπ Η κύρια συνεισφορά του Φρόιντ στην κατανόηση του ανθρώπινου όντος είναι το δυναμικό μοντέλο ψυχικής λειτουργίας. Υποστηρίζει ότι μέσα στον άνθρωπο υπάρχουν δυνάμεις αλληλοσυγκρουόμενες που λειτουργούν σε διάφορα επίπεδα συνειδητότητας και ορισμένες είναι εντελώς ασυνείδητες. Διέκρινε τρία συστήματα, το Συνειδητό το Προσυνειδητό και το Ασυνείδητο.

Ο Φρόιντ συνέλαβε την τοπογραφική θεωρία επηρεασμένος από τις μελέτες του για την υστερία και την ύπνωση, τη μέθοδο που χρησιμοποιούσε για τη θεραπεία της. Μέσω της διαδικασίας της ύπνωσης μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει μεταξύ εκείνων που είναι συνειδητά αντιληπτά από το υποκείμενο και εκείνων που εκφράζονται μόνο στην κατάσταση ύπνωσης. Για παράδειγμα, με εντολή του υπνωτιστή ένα άτομο ξεχνάει εξολοκλήρου όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ύπνωσης και τα απομακρύνει από τη συνείδηση.

Τα ψυχικά περιεχόμενα τα οποία είναι αποκλεισμένα και δεν έχουνε πρόσβαση στη συνείδηση ο Φρόιντ τα ονόμασε ασυνείδητο. Προσυνειδητό, ονόμασε όσα στοιχεία μπορούν να περάσουν στο συνειδητό με μία απλή συγκέντρωση της προσοχής. Τέλος, το συνειδητό αποτελούν όσα είναι συνειδητά από την ψυχή. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, το συνειδητό και το προσυνειδητό σύστημα συγγενεύουν λειτουργικά, καθώς μια σκέψη που ανήκει στο προσυνειδητό σύστημα μπορεί με μία επίταση της προσοχής να γίνει μέρος του συνειδητού συστήματος και το αντίστροφο.

Δομική Θεωρία

Όσο ο Φρόυντ καταλάβαινε όλο και περισσότερα για το ασυνείδητο και με βάση την εμπειρία του με τη μέθοδο των ελεύθερων συνειρμών αποφάσισε πως το σχήμα συνειδητό- προσυνειδητό- ασυνείδητο δεν ήταν επαρκές. Έτσι το τροποποίησε και πρότεινε μία νέα δομή του ψυχισμού που αποτελείται από τρεις λειτουργικά συνδεδεμένες ομάδες : το εκείνο (id), το εγώ και το υπερεγώ.

Το εκείνο είναι το ασυνείδητο, ο τόπος των ενορμήσεων και περιέχει ολόκληρη την ψυχική συσκευή κατά τη γέννηση. Το εγώ και το υπερεγώ ήταν αρχικά μέρη του id και διαφοροποιήθηκαν στη διάρκεια της ανάπτυξης.

Το εγώ διακρίνεται από το εκείνο, καθώς το δεύτερο γνωρίζει την υποκειμενική πραγματικότητα ενώ το πρώτο ακολουθεί την αρχή της πραγματικότητας. Το εγώ δηλαδή ασκεί έλεγχο στο περιβάλλον και χρησιμοποιεί ανώτερες νοητικές λειτουργίες για να προωθήσει τις ανάγκες του id υπακούοντας πάντα στην αρχή της πραγματικότητας. Αποτελεί με λίγα λόγια τον μεσολαβητή ανάμεσα στο εκείνο και στον εξωτερικό κόσμο. Η διαφοροποίηση του εγώ από το id ξεκινάει μέσα στους πρώτους έξι ή οχτώ μήνες της ζωής και εγκαθιδρύεται στην ηλικία των δύο ή τριών ετών, αλλά συνεχίζει να αναπτύσσεται και μετά από αυτή την ηλικία. Συγκεκριμένα, στην πρώιμη βρεφική ηλικία δεν υπάρχουν αρκετοί λόγοι που να προκαλούν το ενδιαφέρον για το περιβάλλον.

Για το βρέφος, η μόνη υποκειμενική σπουδαιότητα του περιβάλλοντος είναι ότι αποτελεί μια πιθανή πηγή ικανοποίησης και αποφόρτισης των επιθυμιών. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου το εγώ διαφοροποιείται και το παιδί αρχίζει να ασχολείται περισσότερο με το περιβάλλον και να ασκεί κάποιο βαθμό ελέγχου με στόχο να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Στην ενήλικη ζωή πλέον, η ενασχόληση με το περιβάλλον μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως είναι η επιθυμία για ικανοποίηση, η συνήθεια, οι κοινωνικές πιέσεις, η διανοητική περιέργεια, τα αισθητικά ή καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα κ.α. Συνοψίζοντας, το εγώ παίζει ρόλο συντονιστή και προσπαθεί να συμφιλιώσει τις συχνά αλληλοσυγκρουόμενες ανάγκες του Εκείνο, του Υπερεγώ και του εξωτερικού κόσμου.

Το υπερεγώ αποτελεί το ηθικό μέρος της ψυχής και δρα σύμφωνα με τις ηθικές επιταγές της κοινωνίας. Εκπροσωπεί το ιδανικό και στοχεύει στην τελειότητα και όχι στην ευχαρίστηση. Το Υπερεγώ όπως και το Εγώ στοχεύει στον έλεγχο των ενορμήσεων με τη διαφορά ότι στερείται λογικής ( όπως και το Εκείνο ) και δεν προσπαθεί απλά να αναβάλλει την ικανοποίηση των ενορμήσεων αλλά να τις αναστείλει μόνιμα. Η διαφοροποίηση του Υπερεγώ από το Εκείνο δεν συντελείται πραγματικά μέχρι την ηλικία των πέντε ή έξι χρόνων, ενώ εγκαθίσταται οριστικά αρκετά χρόνια αργότερα, μετά τα δέκα ή έντεκα.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ψυχική συσκευή λειτουργεί σαν ολότητα, παρά σαν τρία διαφορετικά συστήματα. Το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ υπακούουν σε διαφορετικές αρχές, ωστόσο συνεργάζονται μεταξύ τους ακολουθώντας τις κατευθύνσεις του Εγώ. Ένα παράδειγμα για να καταλάβουμε πώς λειτουργούν είναι

το εξής: Εκείνο: κλέψε, Εγώ: δεν κλέβω, Υπερεγώ : δεν κλέβω ακόμα κι αν ξέρω ότι δεν θα με πιάσουν.

Το εγώ ως εκτελεστής για τις ενορμήσεις και οι βασικές λειτουργίες του Εγώ

Το εγώ αποτελεί το τμήμα εκείνο της ψυχής που ασχολείται με το εξωτερικό περιβάλλον με στόχο την επίτευξη της μέγιστης δυνατής ικανοποίησης και αποφόρτισης του id. Από την βρεφική ηλικία ‘εκμεταλλευόμαστε’ το περιβάλλον μας για την ικανοποίηση των βασικών μας αναγκών. Το βρέφος αντιμετωπίζει το περιβάλλον ως μια πηγή ικανοποίησης των επιθυμιών του, των παρορμήσεων και των ψυχικών εντάσεων που δημιουργούν οι ενορμήσεις. Ωστόσο, το περιβάλλον μπορεί να αποτελέσει και πηγή οδύνης για το παιδί, όταν οι επιθυμίες του δεν ικανοποιούνται άμεσα, καθώς το Εγώ προσπαθεί να ακολουθεί τις επιταγές του περιβάλλοντος με αποτέλεσμα συχνά να αναβάλλεται η ικανοποίηση των ενορμήσεων.

Το παιδί χρειάζεται να προχωρήσει σε μια διαπραγμάτευση ανάμεσα στη εσωτερική πίεση για άμεση ικανοποίηση και στην αρχή της πραγματικότητας που απαιτεί καθυστέρηση της ικανοποίησης. Έτσι, δημιουργούνται συγκρούσεις ανάμεσα στο Εγώ και στο Εκείνο, τις σοβαρότερες εκ των οποίων τις συναντάμε στην κλινική πρακτική και ιδιαίτερα στις νευρώσεις. Ωστόσο, η σχέση μεταξύ του id και του εγώ παραμένει κυρίως συνεργατική παρόλο που σε ορισμένες στιγμές μπορεί να γίνει συγκρουσιακή.

Από τους πρώτους μήνες της ζωής το Εγώ αναπτύσσει ορισμένες λειτουργίες απέναντι στο περιβάλλον. Αυτές είναι ο κινητικός έλεγχος, δηλαδή ο έλεγχος πάνω στους σκελετικούς μύες και η αισθητηριακή αντίληψη η οποία πληροφορεί το άτομο για το περιβάλλον του. Επιπλέον μια λειτουργία του εγώ είναι και η μνήμη, με τη βοήθεια της οποίας το άτομο μπορεί να επηρεάζει αποτελεσματικότερα το περιβάλλον του, καθώς όσο πιο καλά γνωρίζει κάποιος τι συνέβη στο παρελθόν, τόσο καλύτερα μπορεί να εκμεταλλευτεί το παρόν. Τέλος, άλλες λειτουργίες του Εγώ είναι η συγκίνηση και η σκέψη, η οποία αναπτύχθηκε ως συνέπεια του πρώτου δισταγμού ανάμεσα στην παρόρμηση και τη δράση, της πρώτης δηλαδή καθυστέρησης στην αποφόρτιση.

Οι παράγοντες της ανάπτυξης του Εγώ

Χαρακτηριστικό των παραπάνω λειτουργιών του Εγώ είναι η βαθμιαία ανάπτυξή τους. Ο πρώτος παράγοντας που συντελεί σε αυτό είναι η φυσική ανάπτυξη ή αλλιώς ωριμότητα, δηλαδή η ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η εμπειρία (εμπειρικοί παράγοντες). Οι παράγοντες ωρίμανσης επιδρούν στην ταχύτητα και τη σειρά ανάπτυξης των λειτουργιών του εγώ και μελετούνται κυρίως από τους αναπτυξιακούς ψυχολόγους. Από την άλλη, οι εμπειρικοί παράγοντες ήταν εκείνοι που απασχόλησαν περισσότερο τον Φρόυντ και περιλαμβάνουν τη σχέση μας με το σώμα μας και την ταύτιση με τα αντικείμενα του περιβάλλοντος.

Το σώμα μας από τη νηπιακή ηλικία αποκτά ιδιαίτερη θέση στην ψυχική μας ζωή. Σε αντίθεση με οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο, όταν το βρέφος αλληλεπιδρά με ένα τμήμα του σώματός του διεγείρονται δύο αισθήσεις αντί για μία, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο πιπίλισμα. Το βρέφος αισθάνεται το τμήμα του σώματός του (πχ. το δάχτυλό του), ενώ το ίδιο το σώμα αισθάνεται ταυτόχρονα και αυτό. Παράλληλα, τα διάφορα μέρη του σώματος αποτελούν για το βρέφος ένα πάντα διαθέσιμο μέσο για την ικανοποίηση των αναγκών του id. Χρησιμοποιώντας πάλι το πιπίλισμα σαν παράδειγμα, το βρέφος μπορεί να χρησιμοποιήσει ως μέσο το δάχτυλό του, για να ικανοποιήσει την ανάγκη του να θηλάσει ανά πάσα στιγμή.

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι τα διάφορα τμήματα του σώματος έχουν μεγάλη ψυχική σημασία και ότι οι ψυχικές αντιπροσωπεύσεις του σώματος κατέχουν ιδιαίτερα σπουδαία θέση στην ανάπτυξη του εγώ, το οποίο σύμφωνα με τον Φρόυντ είναι πρωταρχικά ένα σωματικό εγώ. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα μέρη του σώματος μπορεί να αποκτήσουν μεγάλη ψυχική σημασία και λόγω του ότι αποτελούν πηγή και οδυνηρών συναισθημάτων, από τα οποία το βρέφος δεν μπορεί εύκολα να απομακρυνθεί, όπως είναι για παράδειγμα το αίσθημα της πείνας.

Ο επόμενος εμπειρικός παράγοντας ανάπτυξης του εγώ, είναι η ταύτιση με τα αντικείμενα ( συνήθως πρόσωπα ) του περιβάλλοντος. Με τον όρο ‘ταύτιση’, εννοούμε το να γινόμαστε σαν κάποιον άλλον σε ορισμένες πλευρές της σκέψης μας και της συμπεριφοράς μας. Η ταύτιση, επιδρά στην ανάπτυξη του εγώ με διάφορους τρόπους. Αρχικά, από τα πρώτα χρόνια της ζωής το άτομο ταυτίζεται με τους γονείς του που αποτελούν αντικείμενα υψηλής κάθεξης, καθώς ικανοποιούν τις ανάγκες του. Κάποια παραδείγματα μέσα από τα οποία μπορούμε να διακρίνουμε τη σπουδαιότητα της ταύτισης αποτελούν τα μιμητικά παιχνίδια που παίζουν οι ενήλικοι με τα βρέφη και η απόκτηση της γλώσσας από το παιδί.

Συγκεκριμένα, η απόκτηση από το παιδί αυτής της ειδικής λειτουργίας του εγώ που αποκαλούμε κινητικό λόγο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην τάση του να μιμηθεί ένα αντικείμενο του περιβάλλοντος, να ταυτιστεί μαζί του. Αυτό μπορεί να γίνει φανερό με μια απλή παρατήρηση της ‘προφοράς’ του παιδιού, καθώς μιμείται τον τονισμό, τους ιδιωματισμούς και την προφορά των γονέων και των μεγαλύτερων παιδιών του περιβάλλοντος.

Τα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας, η ταύτιση με τα γονεϊκά πρότυπα συμβαίνει καθώς το παιδί θεωρεί τους γονείς παντοδύναμους και επιχειρεί να υιοθετήσει τρόπους συμπεριφοράς που θα οδηγήσουν στην πλήρωση των αναγκών του. Ωστόσο, η ταύτιση δεν περιορίζεται μόνο σε αυτή την περίοδο της ζωής, παρόλο που οι γονείς παραμένουν οι πιο σημαντικές μορφές ταύτισης για κάθε άτομο. Κατά τη διάρκεια της εφηβείας αλλά και αργότερα, ταυτιζόμαστε με ‘πρότυπα’, με άτομα που θεωρούμε πετυχημένα και που πιστεύουμε πως μπορούν να εκπληρώσουν ικανοποιητικά τις ανάγκες τους, όπως είναι για παράδειγμα οι αθλητές, οι καθηγητές και τα δημοφιλή πρόσωπα. Σε αντίθεση με τα πρώτα χρόνια που η επιθυμία του παιδιού να γίνει σαν τους γονείς του είναι πιο προσιτή στη συνείδηση, στην ενήλικη ζωή η ταύτιση γίνεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της ασυνείδητα.

Το μικρό παιδί δεν κρύβει πως θέλει να γίνει για παράδειγμα σαν τον πατέρα του ή σαν κάποιο φανταστικό ήρωα, σε αντίθεση με τον ενήλικα που μπορεί για παράδειγμα ασυνείδητα να αφήσει μουστάκι, ίδιο με εκείνο του αφεντικού του. Σε μια άλλη περίπτωση ταύτισης, που ονομάζεται ‘ταύτιση με τον επιτιθέμενο’, ένα άτομο μπορεί να ταυτιστεί με ένα αντικείμενο θαυμασμού που όμως ταυτόχρονα έχει επενδυθεί με επιθετική ενέργεια (πχ. με τον εργοδότη του). Με αυτό τον τρόπο το άτομο αντλεί ικανοποίηση καθώς αισθάνεται ότι συμμετέχει στη δύναμη και τη δόξα του αντικειμένου και ότι μοιράζεται τις ιδιότητες και τα δικαιώματά του. Πχ. Το παιδί που φοβάται το σκοτάδι ντύνεται φάντασμα. Τέλος, η ταύτιση μπορεί να είναι και αποτέλεσμα μιας ‘απώλειας αντικειμένου΄ υψηλής κάθεξης. Ένας θάνατος ή ένας μακράς διαρκείας ή συνεχής χωρισμός αλλά και η φαντασίωση θανάτου ενός αντικειμένου ή χωρισμού από αυτό μπορεί να οδηγήσουν το άτομο να ταυτιστεί με το χαμένο αντικείμενο.

Αυτού του είδους η ταύτιση μπορεί να είναι φυσιολογική ή να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις και να οδηγήσει σε ψυχοπαθολογία. Ωστόσο, με οποιονδήποτε από τους παραπάνω τρόπους συμβεί η ταύτιση, το αποτέλεσμα είναι ο εμπλουτισμός και η ανάπτυξη του εγώ. Η προσωρινή απώλεια αντικειμένου πχ λείπει η μαμά αναπληρώνεται από το μεταβατικό αντικείμενο, κουκλάκι, σεντονάκι. Η βαριά απώλεια που μελετήθηκε σε Ορφανά πολέμου οδηγεί στον ιδρυματισμό. Υπάρχει η έλλειψη αντικειμένου για ταύτιση και το παιδί μπορεί να οδηγηθεί σε μαρασμό και θάνατο.

Με την περιγραφή του ψυχικού οργάνου, την ανάπτυξη των δύο θεωριών: της Τοπογραφικής και της Δομικής, και τους παράγοντες ανάπτυξης του Εγώ, ο Φρόιντ έθεσε τα θεμέλια της Ψυχανάλυσης.

Κύλιση στην κορυφή