Ο γάμος, ως θεσμός, φαίνεται, παρά τις όποιες κρίσεις αντιμετωπίζει, να αποτελεί επιλογή της πλειοψηφίας των ανθρώπων. Αλλά και όσοι δεν επιλέγουν το γάμο με την τυπική του μορφή, κάποια στιγμή της ζωής τους, καταλήγουν στην επιλογή μιας σταθερής και μόνιμης σχέσης συμβίωσης. Πώς γίνεται όμως αυτή η επιλογή;
Υπάρχει ένα άρρητο ασυνείδητο συμβόλαιο στο γάμο, ο οποίος γίνεται κατ’ αυτό τον τρόπο ο ψυχολογικός περιέκτης. Για να αναλύσουμε αυτή τη λειτουργία μέσα στο γάμο, θα αναφερθούμε στην ψυχαναλυτική θεωρία του Freud, στη θεωρία του δεσμού του Bowlby, στη θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, εστιάζοντας στον Winnicott τη Malher και, την Klein, και στην υπαρξιακή θεωρία στην ψυχοθεραπεία, εστιάζοντας στον Yalom.
Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
Σύμφωνα με το Freud, το παιδί το κυβερνούν ενστικτώδεις δυνάμεις, οι οποίες είναι εγγενείς και ξετυλίγονται σταδιακά στη διάρκεια του κύκλου της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης. Συγκρούσεις διαδραματίζονται σε πολλά μέτωπα. Ζεύγη ενστίκτων αντιμάχονται το ένα το άλλο, όπως είναι τα ένστικτα του εγώ, ενάντια σε λιβιδινικά ένστικτα, ο Έρως ενάντια στο θάνατο. Τα ένστικτα έρχονται σε σύγκρουση με τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος και αργότερα με τις απαιτήσεις του εσωτερικευμένου περιβάλλοντος του Υπερεγώ. Το παιδί χρειάζεται να προχωρήσει σε μια διαπραγμάτευση ανάμεσα στην εσωτερική πίεση για άμεση ικανοποίηση και στην αρχή της πραγματικότητας που απαιτεί καθυστέρηση της ικανοποίησης. Ο ωθούμενος από τα ένστικτα άνθρωπος βρίσκεται λοιπόν σε πόλεμο με τον κόσμο που παρεμποδίζει την ικανοποίηση των εγγενών επιθετικών και σεξουαλικών του διαθέσεων.
Η ψυχαναλυτική θεωρία υποστηρίζει πως, όταν επιλέγουμε σύντροφο, διαλέγουμε ασυνείδητα, ένα πρόσωπο, με το οποίο επιθυμούμε να αναδημιουργήσουμε τον αρχικό μας δεσμό με τους γονείς, είτε όπως ήταν στην πραγματικότητα, είτε όπως θα θέλαμε να ήταν. Αν υπήρξαν προβλήματα σε εκείνη τη σχέση, ασυνείδητα έναν τέτοιο άνθρωπο αναζητούμε, ώστε να ξαναδημιουργηθούν τα ίδια προβλήματα, προσδοκώντας μάταια, ότι αυτήν την φορά θα τα λύσουμε. Αυτό ονομάζεται μεταβίβαση.
Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ στο βιβλίο του: «Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί» περιγράφει και αναλύει, όλη τη διαδικασία της ασυνείδητης επιλογής συντρόφου. Βασιζόμενος στην ψυχαναλυτική θεωρία, αναπτύσσει τον τρόπο που μεταβιβάζουμε ασυνείδητα στο σύντροφό μας, αισθήματα που είχαμε για τους γονείς μας. Διότι πέρα από τους συνειδητούς παράγοντες που οδηγούν στην επιλογή συντρόφου -κοινωνικούς και προσωπικούς- τον πλέον καθοριστικό ρόλο παίζει, η αρχετυπική σχέση με τη μητέρα, από τον πρώτο κιόλας χρόνο της γέννησής μας και είναι αυτή ακριβώς που αναβιώνουμε μέσα στο γάμο. Όπως τονίζει ο κ. Γιωσαφάτ, η ζωή μας δεν είναι μόνο η αναβίωση των παιδικών μας εμπειριών. Ζούμε δύο είδη ζωής. Τη συνειδητή ενήλικη ζωή και την ασυνείδητη, κομμάτια της οποίας, γίνονται πιο έντονα στις σχέσεις μας, ανάλογα με την περίοδο της ζωής μας.
Ο τρόπος που συνδεόμαστε ερωτικά, έχει να κάνει με την καθήλωση στο ανάλογο εξελικτικό, κατά τον Freud, στάδιο. Δηλαδή τη στοματική φάση στη διάρκεια του πρώτου έτους της ζωής μας, την πρωκτική στο δεύτερο με τρίτο έτος, την οιδιποδειακή στο τρίτο έως το πέμπτο έτος και στη συνέχεια, τη γεννετησιακή. Αντίστοιχα, έχουμε έναν στοματικό- ναρκισσιστικό έρωτα, όπου ο σύντροφος χρησιμοποιείται ως εαυτοαντικείμενο, έναν πρωκτικό- εξουσιαστικό και σαδομαζοχιστικό έρωτα, έναν οιδιποδειακό- ενοχικό έρωτα. Τέλος έχουμε έναν έρωτα ώριμο, αφού έχει ο ενήλικας ξεπεράσει με επιτυχία τα προβλήματα στην παιδική ηλικία, των προηγούμενων σταδίων, και φτάνοντας στην ενηλικίωση μπορεί να δημιουργήσει έναν λογικό έρωτα. Αυτός μπορεί να είναι, ή με αντιθετική επιλογή, δηλαδή επιλέγει έναν σύντροφο που έχει ιδιότητες που του λείπουν και έτσι αλληλοσυμπληρώνονται, γι’ αυτό ονομάζεται και συμπληρωματική επιλογή. Ή όταν έχει ωριμάσει ακόμα περισσότερο, έχει αποδεχτεί τις αδυναμίες του και είναι αρκετά αυτόνομος, τότε προτιμά να ερωτευθεί κάποιον σαν τον εαυτό του, μια αδερφή ψυχή με πάρα πολλά κοινά, που τον καταλαβαίνει. Αυτός είναι ο ομοιωματικός έρωτας, όπου και οι δύο σύντροφοι είναι ώριμοι και μπορούν να είναι αυτόνομοι, όντας μαζί με τον άλλο, και μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.
Μια προβληματική λοιπόν σχέση με τη μητέρα κατά τη διάρκεια των εξελικτικών σταδίων της ανάπτυξης του παιδιού, οδηγεί στο μέλλον, σε προβληματικούς έρωτες και γάμους, όπου περιμένει κανείς όχι μόνο να βρει μια γυναίκα ή έναν άντρα, αλλά έναν σύντροφο που θα την αντικαταστήσει σε καλύτερη έκδοση. Έτσι ένας γάμος, μπορεί να είναι θεραπευτικός ή καταστροφικός. Από ψυχιατρικής πλευράς, μια εσφαλμένη ερωτική επιλογή που μάλιστα επισημοποιείται με το γάμο αποτελεί πολύ συχνά την αιτία πολλών σωματικών και ψυχικών ασθενειών. Όμως οι σχετικά καλοί γάμοι σύμφωνα με την εμπειρία του κ. Γιωσαφάτ, ανήκουν σε ένα ποσοστό περίπου 20%, ενώ ένα 5% με 10% είναι οι πραγματικά ευτυχισμένοι γάμοι. Το σίγουρο είναι κατά τον ίδιο, ότι η σωστή επιλογή συντρόφου, μαζί με εκείνη του επαγγέλματος καθορίζουν στο μεγαλύτερο βαθμό την ευτυχία μας.
H ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΕΣΜΟΥ-BOWLBY
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Bowlby διέθετε μια μεγάλη βάση δεδομένων θεωρίας και παρατήρησης, με την οποία, θα μπορούσε να υποστηρίξει, τη θεμελιώδη σημασία της ανάπτυξης δεσμού, ανάμεσα στο βρέφος και σε ένα σημαντικό πρόσωπο αναφοράς. Ο Bowlby ενδιαφερόταν ιδιαίτερα να ανακαλύψει τα πραγματικά μοτίβα των οικογενειακών αλληλεπιδράσεων σε υγιείς και μη πληθυσμούς και συγκεκριμένα, με ποιον τρόπο οι δυσκολίες δεσμού, μεταβιβάζονται στην επόμενη γενιά. Με αφορμή το ερώτημα αυτό και με βάση το ενδιαφέρον του για τις πρώιμες αλληλεπιδράσεις μεταξύ βρέφους και σημαντικών άλλων, ανέπτυξε τη θεωρία δεσμού (attachment theory) κατά την οποία το βρέφος εκδηλώνει συμπεριφορά δεσμού (σε όλο το ζωικό βασίλειο) προς ένα πρόσωπο φροντίδας, κάτι που αποτελεί εξελικτική στρατηγική επιβίωσης για την προστασία του από εξωτερικές απειλές.
Ο Bowlby καινοτόμησε υποστηρίζοντας ότι το βρέφος έρχεται στον κόσμο με την προδιάθεση να συμμετέχει σε κοινωνική αλληλεπίδραση.Η βασική συνεισφορά του έγκειται στην αταλάντευτη εστίαση της μελέτης του, στην ανάγκη του βρέφους για έναν πρώιμο ασφαλή δεσμό με ένα πρόσωπο αναφοράς (π.χ. τη μητέρα). Υπέθεσε ότι το βρέφος που δε σχηματίζει τον παραπάνω δεσμό, είναι σε κίνδυνο να βιώσει σημεία μερικής αποστέρησης (π.χ. υπερβολική ανάγκη για αγάπη και εκδίκηση, έντονη ενοχή και κατάθλιψη) ή ολικής αποστέρησης (π.χ. νωθρότητα, αθόρυβη, μη απόκριση σε ερεθίσματα και καθυστέρηση στην ανάπτυξη). Επίσης αργότερα στην ανάπτυξή του, σημεία παρορμητικής συμπεριφοράς (π.χ. αναζήτηση έντονων συγκινήσεων, έλλειψη συγκέντρωσης, συμπεριφορά εξαπάτησης, παρορμητική συμπεριφορά κλοπής).
Η θεωρία δεσμού, δίνει έμφαση στις βιολογικές καταβολές του δεσμού. Αναφέρεται στην αξία του δεσμού για την επιβίωση του βρέφους μέσω ενίσχυσης της αίσθησης ασφάλειας, που αναπτύσσεται με την εγγύτητα ανάμεσα στο βρέφος και στο πρόσωπο αναφοράς. Ο δεσμός αυτός είναι πρωταρχικά μια διαδικασία αναζήτησης εγγύτητας (proximity seeking), προς μία φιγούρα δεσμού (attachment figure) που αποτελεί το πρόσωπο αναφοράς-φροντίδας σε καταστάσεις όπου το βρέφος αντιλαμβάνεται ότι αναστατώνεται και σε περιπτώσεις όπου αντιλαμβάνεται κίνδυνο.
Τα βρέφη σχηματίζουν δεσμό από την ηλικία των 6-8 μηνών μέχρι την ηλικία των 18-24 μηνών (φάση του σαφούς δεσμού), με πρόσωπα που είναι ευαίσθητα και ανταποκρίνονται με επάρκεια σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Η γονεϊκή ανταπόκριση στο βρέφος ενεργοποιεί πρότυπα δεσμού, τα οποία σταδιακά μετατρέπονται σε εσωτερικευμένα μοντέλα εργασίας και τα οποία καθοδηγούν τα αισθήματα, τις σκέψεις και τις προσδοκίες, στις ύστερες διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου. Επιπλέον, ο Bowlby αναφέρθηκε στην φάση προ του δεσμού (γέννηση-6 βδομάδες), στη φάση του υπό διαμόρφωση δεσμού (6 βδομάδες-6 με 8 μήνες) και στη φάση αμοιβαίων σχέσεων (18-24 μήνες και αργότερα).
Μεταξύ λοιπόν 6-8 μηνών και 18-24 μηνών, τα βρέφη διαθέτουν την εγγενή τάση, να συνάπτουν συναισθηματικούς δεσμούς με οικεία πρόσωπα φροντίδας, ιδιαίτερα με πρόσωπα που δείχνουν επαρκή συμπεριφορά ευαισθησίας και ανταπόκρισης στις βασικές ανάγκες τους. Ο δεσμός του βρέφους, αντανακλάται στις προτιμήσεις του για συγκεκριμένα οικεία πρόσωπα, την τάση του να αναζητά την εγγύτητα με αυτά τα πρόσωπα, ιδιαίτερα σε καταστάσεις όπου αναστατώνεται, ως ασφαλείς βάσεις εξερεύνησης του περιβάλλοντος.
Καθώς το βρέφος αναπτύσσεται, χρησιμοποιεί τους σημαντικούς άλλους με τους οποίους σχημάτισε δεσμό, ως ασφαλή βάση εξερεύνησης διαπροσωπικών σχέσεων. Ο βαθμός στον οποίο, η εγγύτητα του προσώπου αναφοράς, εξασφαλίζει μια αίσθηση ασφάλειας και προστασίας προς το παιδί, θα επηρεάσει την ισχύ του δεσμού που αναπτύσσεται μεταξύ τους. Για την επίτευξη των παραπάνω στόχων σημαντικός θεωρείται ο παράγοντας της ευαισθησίας του προσώπου αναφοράς προς το βρέφος και η διαθεσιμότητά του.
Συγκεκριμένα, διαθεσιμότητα σημαίνει έμπιστη προσδοκία ότι η φιγούρα δεσμού (πρόσωπο αναφοράς) θα είναι διαθέσιμη. Η προσδοκία αυτή, αντανακλά ακριβείς εμπειρίες αναπαράστασης της εμπειρίας του βρέφους με το πρόσωπο αναφοράς. Το σύστημα δεσμού δηλαδή, υπόκειται σε ένα σύνολο γνωστικών μηχανισμών, τους οποίους ο Bowlby αποκαλεί μοντέλα αναπαράστασης (representational models).
Καταστάσεις απότομου αποχωρισμού από τα σημαντικά άλλα πρόσωπα, ή καταστάσεις όπου τα πρόσωπα αναφοράς δε δείχνουν επαρκείς συμπεριφορές στοργής προς το βρέφος, συνδέονται με πιθανές δυσκολίες στον διαπροσωπικό τομέα κατά την ενήλικη ζωή.
Με βάση τα μοντέλα αυτά θεωρείται ότι, οργανώνεται η επικείμενη συμπεριφορά του ατόμου στο πλαίσιο των σχέσεων δεσμού με άλλα άτομα, στην παιδική και ενήλικη ζωή. Επαρκείς σχέσεις στο πλαίσιο ασφαλούς δεσμού (secure attachment) κατά την βρεφική ηλικία, συνδέονται με την μακροπρόθεσμη προσδοκία του ατόμου ότι οι σχέσεις του θα είναι ασφαλείς και ότι θα αξίζει να δεχτεί στοργή μέσα από εκείνες. Ο σχηματισμός του δεσμού αποτελεί σημαντικό θεμέλιο της ύστερης συναισθηματικής και προσωπικής ανάπτυξης του ατόμου, ενώ η συμπεριφορά δεσμού του βρέφους, παρουσιάζει σχετική συνάφεια με την κοινωνική συμπεριφορά κατά τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις αργότερα. Ο ανασφαλής δεσμός (insecure attachment) συνδέεται με την προσδοκία του ατόμου ότι δεν θα τα καταφέρει μόνο του χωρίς υποστήριξη. Επίσης, το άτομο μπορεί να προσδοκά ότι θα έχει αίσθηση ανασφάλειας και συνεχούς ανησυχίας και ότι δε θα εκπληρωθούν με στοργή οι σχέσεις δεσμού που θα αναπτύξει με τους άλλους.
Η ικανότητα που έχει ο σύντροφός μας, να μας κάνει να αισθανόμαστε προστατευμένοι και ασφαλείς, είναι ίσως το ισχυρότερο στοιχείο έλξης που νιώθουμε, δυνατότερο και από την ανάγκη μας για σεξουαλική επαφή ή συντροφικότητα. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του συζύγου ή της συζύγου, σύμφωνα με τη θεωρία του δεσμού, είναι παρόμοια με αυτά της μητέρας μας ή των αδερφών μας. Κάποιου σημαντικού άλλου της παιδικής μας ηλικίας που μας έκανε να νιώθουμε ασφαλείς.
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΤΡΟΠΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
Ο Winnicott ορμώμενος από τις θεωρίες του Freud και της Μ. Klein, διατύπωσε μια θεωρία όπου έδωσε έμφαση στις εγγενείς συμπεριφορές που ενεργοποιούνται στο βρέφος αλλά και στη μητέρα μετά τη γέννηση. Το μεν βρέφος προσκολλάται σε κάποιον, η δε μητέρα αποδέχεται και ικανοποιεί τις ανάγκες του βρέφους της. Καθιέρωσε τον όρο αρκετά καλή μητέρα (good enough mother), περιγράφοντας ουσιαστικά δυο στάδια, αφ’ ενός την εξ ολοκλήρου απορρόφηση της μητέρας από το βρέφος, και αφ’ ετέρου τη σταδιακή απόσχισή τους, στην πορεία του προς την αυτονομία και την ωρίμανση. Έδωσε έμφαση στην αλληλεπίδραση, τη συμπληρωματικότητα των σχέσεων, ως χαρακτηριστική συνθήκη του ανθρώπου καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η ανεξαρτησία για τον Winnicott είναι πάντα σχετική. Όπως και ο Fairbairn μελέτησε την ενδοψυχική συνθήκη του βρέφους σε συνάρτηση με τα δεδομένα του περιβάλλοντος. Για το βρέφος είναι σημαντική η ανάγκη να συνάψει σχέση με κάποιον. Ως έννοια η ανάγκη αυτή, συνιστά περισσότερο έναν εγγενή προσανατολισμό πλησιέστερο στην τάση προς ένωση του Bion και την προσκόλληση του Bowlby. Για τον Winnicott απαραίτητη προϋπόθεση της οργάνωσης του Εγώ είναι η ύπαρξη συγκεκριμένων μητρικών λειτουργιών. Κάποιος πρέπει να αναγνωρίσει στο βρέφος το γεγονός ότι υπάρχει και το βρέφος πρέπει να δει την εικόνα του αντανακλώμενη στο βλέμμα κάποιου (καθρέπτισμα) έτοιμου να προσφέρει ό,τι το ίδιο είναι έτοιμο να πάρει. Με το κράτημα (holding) η μητέρα δημιουργεί ένα υποστηρικτικό περιβάλλον στο βρέφος και δείχνει ότι είναι παρούσα για να δεχτεί τις ανάγκες του και να τις ικανοποιήσει. Η παρουσία του αντικειμένου όταν το βρέφος το αναζητά είναι η προϋπόθεση για τη γέννηση του εαυτού του βρέφους. Περίπου στα τρία του χρόνια, έχει συντελεστεί στο παιδί η διαδικασία της εσωτερίκευσης της αρκετά καλής μητέρας και το παιδί μπορεί τώρα να την ανακαλέσει, ώστε να είναι μέσα του ζωντανή ακόμα και όταν η πραγματική απουσιάζει. Για την θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, η εγκαθίδρυση της μονιμότητας του αντικειμένου, συνιστά μια κατάκτηση θεμελιώδη για τη δόμηση του εαυτού του ανθρώπου. Στη συνέχεια η μητέρα πρέπει να επιτρέψει την αυτονόμηση του παιδιού, η οποία γίνεται σε τρία στάδια: την απόλυτη εξάρτηση, τη σχετική εξάρτηση και τελικά την ανεξαρτησία. Η μείωση της μητρικής ανταπόκρισης, έχει ως αποτέλεσμα της αύξηση της δραστηριότητας του βρεφικού Εγώ. Το βρέφος βιώνει την «αποτυχία» ως μια πρόκληση που το εξωτερικό περιβάλλον του απευθύνει, ώστε το ίδιο να ενεργοποιηθεί και να προσαρμοστεί με τη σειρά του σε αυτό που υπάρχει έξω από το φαντασιωσικό κόσμο της παντοδυναμίας του. Αν δεν πιεστεί περισσότερο από ότι πρέπει, θα αναπτύξει έναν «αληθή εαυτό» που θα του επιτρέψει να κοινωνικοποιηθεί, χωρίς να αλλοτριωθεί χάνοντας την επαφή με τις πραγματικές του ανάγκες. Αλλά όταν οι ματαιώσεις που προέρχονται από το περιβάλλον, γίνουν περισσότερες από αυτές που μπορεί να αντέξει και να χειριστεί, τότε καθίστανται τραυματικές και το παιδί εξωθείται σε μια πρώιμη ψυχοδιανοητική δραστηριότητα, που του επιβάλει να αντιδρά αντί να υπάρχει. Θα αναπτύξει δηλαδή έναν «ψευδή εαυτό» που θα το ακολουθεί στην ενήλικη ζωή του. Θα αντιμετωπίζει δυσκολίες στη ρύθμιση της ναρκισσιστικής λειτουργίας, επιζητώντας από τους άλλους, σχέσεις επιβεβαίωσης της αυτοεκτίμησής του και σε περίπτωση που η αρχική ματαίωση των αναγκών του έτυχε να υπάρξει ισχυρή, θα απειληθεί η ίδια η συνοχή του εαυτού, με επακόλουθα ψυχωτικού τύπου αντιδράσεις.
Η Margaret Mahler, υποστηρίζει ότι στο τέλος του πρώτου χρόνου και στους πρώτους μήνες του δεύτερου μπορεί να δει κανείς καθαρά ότι οι ενδοψυχικές διαδικασίες του αποχωρισμού εξατομίκευσης έχουν δυο αλληλένδετα αλλά όχι πάντοτε αναλογικά έργα που επιτελούν. Το ένα είναι εκείνο της ατομικοποίησης-εξατομίκευσης, της ανάπτυξης της ενδοψυχικής αυτονομίας, αντίληψης, μνήμης, γνωσιακής ανάπτυξης, αίσθησης της πραγματικότητας και το άλλο είναι εκείνο του αποχωρισμού που συμβαδίζει με την διαφοροποίηση, την απόσταση, το σχηματισμό ορίων και την αποδέσμευση από τη μητέρα. Όλες αυτές οι δομικές διεργασίες, σταδιακά θα οδηγήσουν σε εσωτερικευμένες αναπαραστάσεις του εαυτού, οι οποίες θα είναι διακριτές από τις εσωτερικές αναπαραστάσεις των αντικειμένων. Το βρέφος που κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αποχωρίζεται και ατομικοποιείται, αυτονομείται ομαλά, βρίσκει ναρκισσιστική παρηγοριά για τις μικρές απειλές απώλειας του αντικειμένου, στην ταχεία ανάπτυξη των λειτουργιών του εγώ. Ας το πούμε πιο απλά: το να αναπτύσσομαι σημαίνει ότι φεύγω και από το αντικείμενο. Άρα υπάρχει φόβος απώλειάς του. Ξεχνώ τον φόβο, ή δε στέκομαι εκεί τόσο πολύ, επειδή μπορώ να κάνω πάρα πολλά νέα πράγματα. Το παιδί συγκεντρώνεται στην εφαρμογή των νέων δεξιοτήτων του, που είναι αυτόνομες και ανεξάρτητες από τους άλλους και από την μητέρα. Είναι σχεδόν ερωτευμένο το μωρό με τον κόσμο, με το μεγαλείο του και την παντοδυναμία του. Υποθέτουμε ότι η έξαρση αυτής της φάσης δεν έχει να κάνει μόνο με τις κινητικές δυνατότητες και την εξερεύνηση του κόσμου, αλλά σχετίζεται και με την δυνατότητα της μητέρας να επιτρέψει το πέρασμα από τη συγχώνευση στην εξατομίκευση του παιδιού της. Η εγκόλπωση από την μητέρα, θα οδηγήσει σε σχιζοειδικότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο μελλοντικός ενήλικας θα αδυνατεί να σχετιστεί. Μετά τον τρίτο χρόνο η μητέρα μπορεί να υποκατασταθεί, τουλάχιστον μερικώς, από την παρουσία μιας αξιόπιστης εσωτερικής αναπαράστασης και να μείνει σχετικά σταθερή, ανεξάρτητα από την κατάσταση των ενορμητικών αναγκών, ή της εσωτερικής δυσφορίας του παιδιού. Σε αυτή τη φάση, ένας προσωρινός αποχωρισμός μπορεί να επιμηκυνθεί και να γίνει ανεκτός. Η εγκαθίδρυση της μονιμότητας του αντικειμένου και μιας εσωτερικής εικόνας του αντικειμένου, είναι αναγκαία, αλλά όχι επαρκής προϋπόθεση για την λιβιδινική σταθερότητα του αντικειμένου. Υπάρχουν και άλλες εκφάνσεις των ορμών και της ωρίμανσης του εγώ, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στην αργή μετάβαση, από την πιο πρωτόγονη αμφιθυμική σχέση αγάπης η οποία υπάρχει όσο ικανοποιεί μια ανάγκη, στην πιο ώριμη μετα αμφιθυμική διαδικασία της αμοιβαίας δοτικότητας και της αμοιβαίας κατάστασης λαμβάνειν. Στους 18-20 μήνες αρχίζει αμυδρά να εγκαθιδρύεται η κατάσταση της μονιμότητας ή αλλιώς σταθερότητας του αντικειμένου. Η Mahler λέει, ότι η παρουσία έντονων λιβιδινικών και επιθετικών δεσμών προς το αντικείμενο, μπορεί να καταλήξει σε μικρότερου βαθμού αίσθηση της μονιμότητας του αντικειμένου. Το τελευταίο δείχνει το πόσο πολύπλοκη είναι η διαδικασία της λιβιδινικής επένδυσης. Σε γενικές γραμμές όμως, η αίσθηση της μονιμότητας του αντικειμένου, είναι επαρκώς μόνιμη στο φυσιολογικό παιδί των τριών ετών. Η τελευταία φάση της διαδικασίας αποχωρισμού εξατομίκευσης είναι ανοιχτή στο τέλος της και σχετίζεται με όλη την δυναμική, η οποία προέκυψε κατά την διάρκεια των προηγούμενων φάσεων. Η διαδικασία του «αποχωρισμού-εξατομίκευσης», συνεχίζεται στην διάρκεια ολόκληρης της ζωής και είναι περισσότερο έντονη στην εφηβεία, στο γάμο και στην τεκνοποίηση. Το άτομο που περνάει από αυτές τις διαδικασίες με επιτυχία, είναι το άτομο με διαφοροποιημένη προσωπικότητα, ικανό και έτοιμο για σταθερές σχέσεις. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη Malher, για να θεωρηθούμε έτοιμοι για να αγαπήσουμε και να κάνουμε σχέση με κάποιο άλλο άτομο και όχι με την αντανάκλαση του εαυτού μας σε αυτό το άτομο, πρέπει να είμαστε εξατομικευμένοι. Όλοι πασχίζουμε να καταφέρουμε να ισορροπήσουμε μεταξύ μιας ενότητας – ζευγάρι – και της ανάγκης μας να είμαστε μονάδα. Είναι μια μάχη μεταξύ συνοχής και εξατομίκευσης. Το επίπεδο διαφοροποίησης, που μπορεί να επιτευχθεί από την οικογένεια μας, ασκεί σημαντική επίδραση στην ποιότητα της ερωτικής σχέσης. Δηλαδή μπορεί να θεωρηθεί ότι, εάν η πρώτη δυαδική εμπειρία με την μητέρα είναι επιτυχής, θα έχει γίνει το πρώτο και ίσως το πιο σημαντικό βήμα, προς ένα επιτυχημένο γάμο.
Η Melanie Klein υποστηρίζει στη θεωρία της, ότι στο πρώτο 6μηνο της ζωής του, το βρέφος διανύει την σχιζοπαρανοειδή θέση όπου επικρατεί η συγχώνευση με τη μητέρα και η καταστροφή του αντικειμένου. Εδώ επικρατεί η προβλητική ταύτιση. Είναι μηχανισμός άμυνας, που στόχο έχει να αποβάλει προς το άλλο πρόσωπο μέσω της προβολής, τα κακά τμήματα του εαυτού, που δεν καταφέρνουν να συγκρατηθούν και που δεν είναι πια υποφερτά. Η φαντασίωση παντοδύναμης κυριαρχίας, εκδιπλώνεται με ιδιαίτερη δύναμη. Στο δεύτερο μισό του πρώτου έτους περνάει στην καταθλιπτική θέση, όπου συμβαίνει η απαρτίωση του αντικειμένου. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η επικράτηση των καλών έναντι των κακών εμπειριών, όπου σημαντικό ρόλο παίζουν τόσο εσωτερικοί όσο και εξωτερικοί παράγοντες. Στην περίπτωση της υπερίσχυσης των κακών εμπειριών, μπορούν να δημιουργηθούν ακόμα και διάφορες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Το πέρασμα στην καταθλιπτική θέση είναι η στιγμή που πραγματοποιείται το πέρασμα, από το μερικό στο πλήρες αντικείμενο, με αντάλλαγμα καταθλιπτικές κινήσεις, την εμπειρία της ενοχής και την ανάπτυξη επανορθωτικών τάσεων, είναι επομένως πρόοδος στην ανάπτυξη του παιδιού. Σημαίνει ότι το βρέφος στον έκτο μήνα, αναγνωρίζει πως οι επιθέσεις του, μπορεί να καταστρέψουν το αντικείμενο, το οποίο έχει πλέον γίνει πλήρες, δηλαδή αναγνωρίζεται ως άλλο από τον εαυτό του και αρχίζει να σχετίζεται μαζί του. Το αίσθημα της επαναλαμβανόμενης κατάθλιψης που νιώθει το νήπιο επειδή έχει καταστρέψει τη μητέρα και το στήθος της, είναι πολύ οδυνηρό. Το εγώ χρησιμοποιεί δυνατούς μηχανισμούς άμυνας σ’ αυτό το στάδιο, οι οποίοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τους μανιακούς μηχανισμούς άμυνας και την επανόρθωση. Η ανάγκη για επανόρθωση θα αποδιώξει την απελπισία, που γεννιέται από την ενοχή, η ελπίδα θα επικρατήσει και τότε η αγάπη του μωρού και η επιθυμία του να επανορθώσει, θα μετατεθούν ασυνείδητα σε νέα αντικείμενα αγάπης και σε νέα ενδιαφέροντα. Αυτά συνδέονται στο ασυνείδητό του με το πρώτο αγαπημένο πρόσωπο. Η σχέση του με τα νέα πρόσωπα ή ενδιαφέροντα, του επιτρέπουν να ξαναβρεί αυτό το αγαπημένο πρόσωπο, τη μητέρα, ή να το αναδημιουργήσει και να παραδεχτεί ότι και το ίδιο είναι άξιο της δικής της αγάπης. Έτσι είναι που πλαταίνει η επανόρθωση, ένα τόσο σημαντικό στοιχείο στην ικανότητα να αγαπάμε, και δυναμώνει πολύ την ικανότητα του ανθρώπου, να βρίσκει μέσα του ό,τι καλό του έρχεται από τον εξωτερικό κόσμο. Αυτή η ικανοποιητική ισορροπία ανάμεσα στο να δίνεις και να παίρνεις, είναι η πρώτη προϋπόθεση για την κατοπινή δημιουργία μιας υγιούς συντροφικής σχέσης και για την ευτυχία του ατόμου.
Η ΥΠΑΡΞΙΑΚH ΘΕΩΡΙΑ
Προσπαθώντας η υπαρξιακή θεωρία να απαντήσει στο ερώτημα τι εμπεριέχει ο γάμος, απαριθμώντας τα σχετικά οφέλη, αναδύονται οι βασικές αξίες στα δεδομένα του υπαρξισμού. Τα τέσσερα θεμελιώδη ζητήματα της ύπαρξης του ανθρώπου, οι υπέρτατες αγωνίες, όπως υποστηρίζει η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία, της οποίας σημαντικός εκπρόσωπος είναι ο Yalom.
Θάνατος
Η προφανέστερη υπέρτατη αγωνία, είναι ο θάνατος. Αυτή τη στιγμή υπάρχουμε, κάποτε όμως θα πάψουμε να υπάρχουμε. Αυτή είναι μια τρομερή αλήθεια, που μας προκαλεί τρόμο θανάτου. Η πυρηνική υπαρξιακή σύγκρουση, είναι η ένταση ανάμεσα στην επίγνωση ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος και στην επιθυμία να συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Επιδιώκουμε λοιπόν την αθανασία. Ένας τρόπος να την αποκτήσουμε είναι μέσω της τεκνοποίησης, ή με οποιοδήποτε τρόπο, απόκτησης απογόνων. Η απόκτηση απογόνων, λειτουργεί ως παράγοντας συνέχειας του προγόνου και του προσδίδει στοιχεία «αθανασίας». Η παλιά, γνωστή ιστορία της ανάγκης του ανθρώπου να αφήσει το ίχνος του σ’ αυτό τον κόσμο, βρίσκει σε αυτή την περίπτωση, μία ακόμη εκδοχή κάλυψης. Το υπαρξιακό δεδομένο του αναπόφευκτου του θανάτου αποτελεί, κατά τους υπαρξιακούς ψυχοθεραπευτές, θεμελιώδη πηγή άγχους για όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι καταναλώνουν ένα πολύ σημαντικό μέρος της ενέργειάς τους, στην άρνηση του θανάτου και στην επιδίωξη της «αθανασίας». Οι άνθρωποι αντιστέκονται άγρια, ενάντια στην αποδοχή του θανάτου τους και απωθούν την επίγνωση αυτή, στα τρίσβαθα του ασυνειδήτου τους κατά τον Yalom. Η αμυντική αυτή στρατηγική, ενάντια στο αναπόφευκτο του θανάτου, μπορεί να εκφράζεται με πολλούς τρόπους, όπως, μεταξύ άλλων, η καταναγκαστική έκθεση σε κινδύνους, η εργασιομανία, μέσω της οποίας τα άτομα επιδιώκουν μια μοναδική θέση στην εργασιακή ιεραρχία, η πίστη στον «υπέρτατο σωτήρα», δηλαδή η πίστη ότι κάποιο ον -θεός η άνθρωπος -θα τους σώσει από την ανυπαρξία, η υπερβολική σεξουαλική δραστηριότητα και η απελπισμένη επιθυμία απόκτησης παιδιών. Ο Yalom αναφέρεται σε αυτούς ακριβώς τους μηχανισμούς άμυνας όταν μιλά για «σχέδια αθανασίας».
Ελευθερία
Μια άλλη υπέρτατη αγωνία, πολύ λιγότερο προσιτή, είναι η ελευθερία. Στη σκέψη μας, είναι μια έννοια αδιαμφισβήτητα θετική. Ιδωμένη όμως από το βαθύτερο υπαρξιακό επίπεδο, η ελευθερία είναι συνυφασμένη με τον τρόμο. Ο άνθρωπος δεν έρχεται σε ένα καλά δομημένο σύμπαν. Αντίθετα είναι ολοκληρωτικά υπεύθυνος για το δικό του κόσμο. Είναι δηλαδή ο δημιουργός του. Είναι υπεύθυνος για το σχεδιασμό της ζωής του, τις επιλογές και τις πράξεις του. Με την έννοια αυτή η ελευθερία υπαινίσσεται κάτι τρομακτικό. Ότι κάτω από τα πόδια μας υπάρχει η άβυσσος. Επομένως η κεντρική υπαρξιακή δυναμική, είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην επίγνωση ότι είμαστε μετέωροι και στην επιθυμία μας να πατήσουμε σε στέρεο έδαφος και να αποκτήσουμε δομή. Άρα γεννάται ο περιορισμός της ελευθερίας και το άγχος διαχείρισής της. Με το γάμο, το άτομο επιλέγει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο δράσης, που περιορίζει τις επιλογές του, επομένως τον απαλλάσσει από το άγχος μιας ευρύτερης γκάμας επιλογών. Επίσης, μπορεί να μεταθέτει ένα μέρος της ευθύνης των επιλογών του, στο απρόσωπο ζεύγος, ή την οικογένεια και να μοιράζεται τις συνέπειες των όποιων επιλογών. Η ελευθερία, κατά τους υπαρξιακούς ψυχοθεραπευτές, των επιλογών που έχει το άτομο σε κάθε στιγμή της ύπαρξής του, μπορεί να δημιουργεί έντονη ανησυχία και αναστάτωση. Προκειμένου να αποφύγουν τις επιλογές οι άνθρωποι, γίνονται αναβλητικοί, ενεργούν με βάση ιδιοτροπίες και παρορμήσεις και πολλές φορές, προσπαθούν να αναθέσουν τις επιλογές σε άλλους (άτομα, θεσμούς, θεότητες, άστρα, τύχη κ.λ.π). Για τον ίδιο λόγο, ουσιαστικά δηλαδή για να αποφύγουν την ελευθερία, οι άνθρωποι μπορεί να λειτουργούν αντιδραστικά ή κομφορμιστικά.
Υπαρξιακή Απομόνωση
Η τρίτη υπέρτατη αγωνία είναι το αίσθημα ότι είμαστε μόνοι. Όχι η διαπροσωπική απομόνωση, με τη συνακόλουθη μοναχικότητα. Μια θεμελιώδης απομόνωση από τα άλλα όντα και το σύμπαν. Καθένας έρχεται στη ζωή μόνος και φεύγει μόνος υποχρεωτικά. Επομένως η υπαρξιακή σύγκρουση, είναι η ένταση ανάμεσα στην επίγνωση της απόλυτης απομόνωσης και στην επιθυμία μας για επαφή και προστασία, στην επιθυμία μας να είμαστε μέρος ενός ευρύτερου όλου.
Η μακρόχρονη και μόνιμη σχέση φαντάζει με μια πρώτη ματιά, σοβαρός παράγοντας δημιουργίας συντροφικής σχέσης, που μπορεί να περιορίζει το αίσθημα της μοναξιάς. Από τους παλαιότερους και πιο σημαντικούς υπαρξιστές φιλοσόφους όπως είναι ο Kierkeggard και ο Sartr, έως και τους νεότερους και σύγχρονους ιδρυτές και θεράποντες της υπαρξιακής ψυχολογίας, όπως είναι ο Rollo May και ο Yalom, η μοναξιά (με την έννοια της υπαρξιακής απομόνωσης του ανθρώπου) αποτελεί βασικό δεδομένο της ύπαρξης, ότι το άτομο είναι απελπιστικά μόνο. O Kierkegard υποστήριξε, ότι κάθε άτομο είναι ένα μοναχικό ον, το οποίο δεν έχει σχέση με οποιονδήποτε η οτιδήποτε άλλο, εκτός από το θεό. Ο Sartr είπε: «οι άλλοι είναι η κόλασή μου». Ο Yalom λέει ότι η επίγνωση αυτής της μοναξιάς, προκαλεί αίσθημα απομόνωσης, άγχος και ανασφάλεια. Για να αντιμετωπίσουν το υπαρξιακό αυτό δεδομένο τα άτομα, αναπτύσσουν σε αυτή την περίπτωση, μηχανισμούς άμυνας, που μπορεί να περιλαμβάνουν την προσπάθεια προσέλκυσης της προσοχής των άλλων, τη συγχώνευση με τους άλλους στο πλαίσιο ταύτισης με άλλο, τη συμμετοχή σε ομάδα, τη σεξουαλική εμμονή, την ανάληψη ρόλου «σωτήρα», την επιδίωξη προστασίας της ύπαρξής τους μέσω της θρησκείας.
Απουσία Νοήματος
Μια τέταρτη υπέρτατη αγωνία είναι η απουσία νοήματος. Αν είμαστε υποχρεωμένοι να πεθάνουμε, αν φτιάχνουμε μόνοι μας τον κόσμο μας, αν καθένας μας είναι τελικά μόνος σε ένα αδιάφορο σύμπαν, τότε τι νόημα έχει η ζωή. Αν δεν υπάρχει προκαθορισμένο σχέδιο, τότε καθένας χρειάζεται να κατασκευάσει το δικό του νόημα για τη ζωή. Μπορεί όμως το νόημα που κατασκευάζουμε μόνοι μας, να είναι αρκετά στέρεο για να σηκώσει ολόκληρη τη ζωή μας; Επομένως η δυναμική υπαρξιακή σύγκρουση προέρχεται από το δίλημμα ενός όντος που, ενώ από τη φύση του αναζητά το νόημα, βρίσκεται ριγμένο σ’ ένα σύμπαν που δεν έχει νόημα.
Ο γάμος, μπορεί να προσδίδει νόημα στη ζωή των ανθρώπων. Από το πιο απλό ως το πιο σύνθετο. Το ζεύγος αποκτά στόχους πρακτικούς και ουσιαστικούς όπως εκείνο τους ορίζει, και αναλαμβάνει ανάλογες ευθύνες, που νοηματοδοτούν την ύπαρξη του ιδίου και των δύο που το απαρτίζουν. Τα άτομα τείνουν λοιπόν με το γάμο, να αμύνονται στην επίγνωση του δεδομένου της απουσίας νοήματος στη ζωή. Αν υποθέσουμε ότι πράγματι η επιλογή του γάμου, πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας εν πολλοίς ασυνείδητης διαδικασίας άμυνας απέναντι σε κάποια υπαρξιακά δεδομένα, ενδέχεται να επέλθει περαιτέρω αύξηση του άγχους που προκαλούν οι υπαρξιακές ανησυχίες. Όπως επισημαίνουν οι υπαρξιακοί ψυχοθεραπευτές, ο τρόπος αντιμετώπισης αυτών των δεδομένων, είναι για τα άτομα, να αναγνωρίσουν την ύπαρξη αυτών των υπαρξιακών δεδομένων, δηλαδή να έρθουν αντιμέτωποι με την απόλυτη απουσία νοήματος της ύπαρξης και όπως λέει ο Yalom να αποκτήσουν επίγνωση του γεγονότος ότι «δεν υπάρχει κανένα νόημα κανένα μεγαλειώδες σχέδιο του σύμπαντος, καμιά οδηγία για τη ζωή εκτός από αυτές που δημιουργεί το ίδιο το άτομο», να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα του θανάτου τους, να αναγνωρίσουν την αληθινή τους μοναξιά και ατομικότητα καθώς και να ανακαλύψουν, να εδραιώσουν και να χρησιμοποιήσουν την ελευθερία τους.
Τα παραπάνω τέσσερα σημεία–οφέλη του γάμου, συμπίπτουν επομένως ουσιαστικά με τα υπαρξιακά δεδομένα, τις υπέρτατες αγωνίες. Στο πλαίσιο αυτό, η επιλογή του γάμου, μπορεί να αποτελεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μια άμυνα σε ένα, περισσότερα, ή και σε όλα τα υπαρξιακά θεμελιώδη ζητήματα που αναλύσαμε.
Σε κάθε γάμο υπάρχει ένα άρρητο συμβόλαιο, όπου το ένα πρόσωπο παίζει το ρόλο του γονιού και το άλλο του παιδιού, αντίστοιχο του ρόλου του στη γονεϊκή οικογένεια. Πχ ένα μεγαλύτερο υπερβολικά υπεύθυνο παιδί μπορεί να παντρευτεί ένα μικρότερο παιδί συνηθισμένο να το φροντίζουν. Ή να παντρευτεί ένα παιδί που το απορρίπτουν. Συχνά το κάθε πρόσωπο λειτουργεί σα γονιός του άλλου σε ένα γάμο.
Αυτά τα συμβόλαια αναπαράγουν και στους δύο συντρόφους την εμπειρία από τη ζωή τους στις δικές τους πατρικές οικογένειες.
Η εύρεση, σε κάποιο σημείο στο γάμο, της ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη για αυτονομία και στην ανάγκη για συνάρτηση του ζευγαριού, αποτελεί για όλους τους μελετητές οικογένειας, ένα σημαντικό όρο που καθορίζει την ποιότητα της σχέσης των δυο ατόμων. Η εξασφάλιση της συνεξάρτησης και της ανεξαρτησίας επιτυγχάνεται, όταν στο ζευγάρι υπάρχει βαθμός συνοχής, που επιτρέπει στην διαμόρφωση του «εμείς», δηλαδή της ταυτότητας του ζευγαριού, παράλληλα όμως διασφαλίζεται η ατομικότητα του κάθε μέλους. Όταν τα όρια στο ζευγάρι είναι κλειστά, δεν υπάρχει συναισθηματική σχέση και επικοινωνία μεταξύ των μελών. Το κάθε μέλος ζει στον δικό του κόσμο. Όταν υπάρχουν κλειστά όρια ανάμεσα στο υποσύστημα ενός ζευγαριού και σε άλλα υποσυστήματα, το ζευγάρι τότε βρίσκεται σε απομόνωση.
Φοβόμαστε να εμπιστευτούμε και να εκφράσουμε τις ανάγκες μας και τα συναισθήματα μας, την στενοχώρια μας την εκφράζουμε με θύμο, την αγάπη μας με ζήλια και ανταγωνισμό. Κατά αυτόν τον τρόπο, πάντα θα φαινόμαστε δυνατοί απέναντι στους συντρόφους μας, θα προστατευτούμε από τον πόνο της απόρριψης και της απογοήτευσης που προκαλούν οι ανθρώπινες σχέσεις. Κρύβουμε βαθιά μέσα μας, το αυθόρμητο συναίσθημα και το ψάχνουμε στον σύντροφο μας. Προσπαθώντας να ανακαλύψουμε τους εαυτούς μας και τις ανάγκες μας, φτιάχνουμε ανθρώπους που θα μας συντροφεύουν ιδεατά για μια ολόκληρη ζωή. Είναι λοιπόν ανάγκη επιβίωσης για μερικούς, για άλλους προσωπική ολοκλήρωση και για κάποιους άλλους αμοιβαίο κακό, η αναζήτηση συντρόφου. Οι οικογενειακοί μύθοι είναι καταγεγραμμένοι, οι καταβολές του παρελθόντος έχουν πάρει χώρα , η επιλογή όμως είναι δική μας. Όταν τελικά παντρευόμαστε, με έναν ώριμο γάμο, αποκτούμε και οι δύο σύντροφοι, ψυχικά αποθέματα που δεν τα είχαμε πριν και τα οποία μας επιτρέπουν να διατηρήσουμε έναν ορισμένο ζωτικό χώρο ανάμεσά μας.
Τότε τα ρομαντικά λόγια του Χαλίλ Γκιμπράν, μας έρχονται στο νου:
Να τραγουδάτε και να χορεύετε μαζί και να χαίρεστε.
Μα ας είναι ο καθένας σας μόνος.
Όπως μόνες είναι οι χορδές του λαούτου,
παρότι πάλλονται με την ίδια μουσική.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ματθαίος Γιωσαφάτ: «Να Παντρευτεί Κανείς ή Να Μην Παντρευτεί», Αρμός, 2014
Αναστασία Τσαμπαρλή: «Η Ψυχαναλυτική Προσέγγιση της Οικογένειας» Ατραπός, 2004
John Bowlby: «A Secure Base:Parent-Child Attachment and Healthy Human Development». Tavistock professional book, 1983
Melanie Klein και Joan Rivier: «Η αγάπη και το Μίσος», Κονιδάρη, 1990
Augustus Napier: «Το Ζευγάρι ο Εύθραυστος Δεσμός», Ελληνικά Γράμματα, 1995
Otto Kernberg: «Οριακές Καταστάσεις και Παθολογικός Ναρκισσισμός» Καστανιώτης, 2007
Irvin Yalom: «Θεωρία και Πράξη της Ομαδικής Ψυχοθεραπείας», Άγρα, 2006
Irvin Yalom : «Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία», Άγρα, 2020
Donald Winnicott: «Το Παιδί και η Πραγματικότητα», Αρμός, 2019
Mahler, M.S., Pine, F., & Bergman, A.: «The Psychological Birth of the Human Symbiosis and individuation», Hutchinson & Co, 1975