Πριν από λίγους μήνες, παρακολούθησα μια εξαιρετική θεατρική παράσταση με τίτλο «Αλιγάτορες» μεταφορά του βραβευμένου ψυχολογικού δράματος του Andrew Keatley, στην ελληνική θεατρική σκηνή.
Ο καθηγητής Ιστορίας Ντάνιελ Τέρνερ φαίνεται να τα έχει όλα. Μια δουλειά που υπηρετεί με αγάπη και αφοσίωση, μια υπέροχη σύζυγο και δύο μικρά παιδιά. Όλα ανατρέπονται όταν μια πρώην μαθήτριά του τον καταγγέλλει για σεξουαλική κακοποίηση στα 14 της. Ο σπόρος της αμφιβολίας φυτεύεται σε αυτόν τον, φαινομενικά, οικογενειακό και επαγγελματικό παράδεισο. Μέσα σε λίγες ώρες, η ζωή του αλλάζει, καθώς ο ίδιος, παρότι αρνείται κατηγορηματικά την καταγγελία, βρίσκεται ξαφνικά στη δίνη της προβολής των ΜΜΕ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Απομακρύνεται από τη δουλειά του, παλιοί του φίλοι και συνεργάτες του γυρνούν την πλάτη, μυστικά βγαίνουν στην επιφάνεια και οι υποψίες εναντίον του αρχίζουν να γίνονται βεβαιότητες. Πολλά ερωτήματα γεννώνται: Είναι οι φήμες πιο ισχυρές από τα αποδεικτικά στοιχεία; Αρκεί μια καταγγελία για ν’ αλλάξει όλη η ζωή ενός ανθρώπου; Ποια είναι τα θύματα και ποιοι οι θύτες; Ποιοι είναι οι «Αλιγάτορες» αυτής της κοινωνίας;
Ορμώμενοι από αυτό το τόσο καίριο ζήτημα, που οδηγεί κατά την γνώμη μας, στον κοινωνικό εκφοβισμό του εκπαιδευτικού, θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ερμηνείες, από την σκοπιά της ψυχανάλυσης.
Πριν ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας να αναφέρουμε μία ρήση του Φρόιντ: «Φαίνεται σαν, να είναι η δουλειά του ψυχαναλυτή, το τρίτο από εκείνα τα δύσκολα επαγγέλματα, στα οποία μπορούμε εκ των προτέρων να είμαστε σίγουροι για την μερική τουλάχιστον αποτυχία μας. Τα δύο άλλα, γνωστά από παλιά, είναι η διακυβέρνηση και η διαπαιδαγώγηση». Πόσο ψηλά τοποθετεί το ρόλο του γονιού και του δασκάλου!
Θα ξεκινήσουμε αντίστροφα, από το πέρας των ψυχοσεξουαλικών σταδίων ανάπτυξης του παιδιού, που ολοκληρώνονται στα 5 με 6 έτη, και που είναι κατά σειρά το στοματικό στον πρώτο χρόνο της ζωής, το πρωκτικό στο δεύτερο, και το οιδιποδειακό στο 3ο με 5ο έτος. Θα αναφερθούμε εκτενώς, στη συνέχεια της ανάλυσής μας στο οιδιποδειακό στάδιο το οποίο σχετίζεται με το θέμα μας.
Δεν είναι τυχαίο που σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, τα παιδιά πρωτοπηγαίνουν στο σχολείο κατά κανόνα στην ηλικία των έξι ετών. Κάτι θα πρέπει να έχουν καταλάβει οι παιδαγωγοί για να μαζεύουν τα παιδιά σε αυτή την ηλικία κοντά τους, ή κάτι θα έχει συμβεί για να είναι έτοιμα τα παιδιά να ανταποκριθούν στις μαθησιακές απαιτήσεις του δημοτικού σχολείου σε αυτή την ηλικία. Εκεί λοιπόν γύρω στο πέμπτο και πριν το έκτο έτος της ηλικίας, το παιδί μένει ξαφνικά στάσιμο στην ανάπτυξη των ορμών του, παύει κατά κάποιο τρόπο να ενδιαφέρεται έντονα για τα σεξουαλικά ζητήματα, γίνεται πιο σοβαρό πιο ήρεμο και κατά συνέπεια πιο ευάγωγο. Έχει αφήσει πίσω του, την οιδιπόδεια φάση της ανάπτυξης. Αισθάνεται ότι είναι μεγάλο, πρόθυμο και ικανό να εγκαταλείψει εν μέρει τους γονείς και να τους ανταλλάξει με άλλα πρόσωπα και αρχικά με τους δασκάλους. Ο δεσμός με τους γονείς θα πρέπει λοιπόν να έχει διαρραγεί, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα θα πρέπει να έχει χαλαρώσει αισθητά, οι ενορμήσεις απέναντί τους, θα πρέπει τουλάχιστον να έχουν ανασταλεί, για να είναι έτοιμο το παιδί να εισέλθει σε μια νέα περίοδο στη ζωή του. Όταν αυτές οι προϋποθέσεις δεν έχουν εκπληρωθεί, το παιδί δεν μπορεί να ενταχθεί ικανοποιητικά στο σχολικό περιβάλλον είναι ακόμα προσκολλημένο στους γονείς του και αυτό βλέπουμε σε παιδιά που για διάφορους λόγους πηγαίνουν πρόωρα στο σχολείο. Μισός χρόνος νωρίτερα είναι αρκετός για το παιδί να βρίσκεται μεν στο σχολικό περιβάλλον, όμως η συναισθηματική του κατάσταση, να έχει μείνει σε άλυτα προβλήματα. Σε μια υγιή ανάπτυξη, το παιδί κάνει μια ανακωχή στις σεξουαλικές ενορμήσεις του, οι οποίες μειώνονται στο ελάχιστο, μέχρι την έναρξη της εφηβείας. Γι’ αυτό η φάση αυτή της ανάπτυξης από τα έξι περίπου έως τα 9 ή 10 του έτη, ονομάζεται λανθάνουσα περίοδος. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που η σεξουαλική του ανάπτυξη διακόπτεται, ή ορθότερα ακολουθεί αργότερους ρυθμούς για μερικά χρόνια, ώστε, απερίσπαστος από έντονα σεξουαλικά προβλήματα, να στρέψει το ενδιαφέρον του περισσότερο στο καθήκον της κοινωνικοποίησής του. Αλλά και για έναν άλλο σημαντικό λόγο: ώσπου να αποκτήσει την αναπαραγωγική του ικανότητα. Έτσι είναι το μόνο ζώο που η σεξουαλική του ζωή έχει δύο εκκινήσεις, μία στην νηπιακή ηλικία και μία στην εφηβεία. Όταν φτάσει στην εφηβεία, προκειμένου να ολοκληρώσει την μισοτελειωμένη ανάπτυξή του, ξαναγυρίζει στην νηπιακή, για να πιάσει τα πράγματα από εκεί που τα άφησε. Και εάν επιστρέφει για να ξαναφύγει, καλώς, αν όμως επιστρέφει για να μείνει, να καθηλωθεί στις παλιές του αγάπες, θα δημιουργηθούν οπωσδήποτε προβλήματα που θα αποκτήσουν επικίνδυνη μονιμότητα. Ο έφηβος είναι ταυτόχρονα και παιδί. Το βλέπουμε στην παλιμπαιδίστικη συμπεριφορά του, που εξαναγκάζει συχνά τους γονείς του να του απευθύνουν την προτροπή «να μην κάνει πάλι σαν παιδί». Είναι όμως και ολοκληρωμένος σωματικά, άνδρας ή γυναίκα, με τη σεξουαλικότητά του να βράζει και να ζητάει απεγνωσμένα διέξοδο, να διοχετευτεί προς τα έξω. Αν οι συνθήκες έχουν επιτρέψει μια ομαλή πορεία, το αγόρι θα γίνει πραγματικός άνδρας και το κορίτσι πραγματική γυναίκα, ώστε να αναζητήσουν ένα ξένο άτομο από τους γονείς. Σε μια καθήλωση όμως στην ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του παιδιού, στο οιδιπόδειο, όπου παραμένει η ασυνείδητη επιθυμία του κοριτσιού προς τον πατέρα και του αγοριού προς την μητέρα και επανεμφανίζεται στην περίοδο της εφηβείας, τα πράγματα γίνονται πολύπλοκα.
Τι είναι όμως το Οιδιπόδειο;
Ο Οιδίποδας, του Σοφοκλή, στην κορυφαία τραγωδία του, σκοτώνει τον πατέρα του και παντρεύεται την μητέρα του, αποκτώντας μαζί της τέσσερα παιδιά. Ύστερα από την αποκάλυψη της τραγικής αλήθειας, η Ιοκάστη απαγχονίζεται και ο Οιδίπους αυτοτυφλώνεται, εκλιπαρώντας για εξορία. Φαντασιωσικά, κατά την οιδιποδειακή φάση γύρω στα 3 έως τα 5 χρόνια, το μικρό αγόρι θέλει να καταστρέψει το μεγάλο αντίπαλο τον πατέρα, για να έχει την μητέρα για τον εαυτό του. Αντίστοιχα το μικρό κορίτσι στην ίδια ηλικία, φαντασιωσικά πάντα, θέλει να εξολοθρεύσει την μητέρα για να παντρευτεί τον πατέρα και να κάνει ένα παιδί μαζί του. Εκεί ο πατέρας βάζει ένα εμπόδιο και δείχνει στο κορίτσι ή το αγόρι, ότι η θέση του ιδίου βρίσκεται δίπλα στην σύζυγό του, στην μητέρα. Έτσι ο αιμομικτικός φραγμός είναι αποτελεσματικός στην αποτρεπτικότητά του, και το μόνο που θα παραμείνει είναι ένας τρυφερός οιδιπόδειος δεσμός που μπορεί να αποβεί, από τους εμπλεκόμενους σε αυτόν, ισόβιος. Περισσότερες πιθανότητες διατήρησης του οιδιπόδειου δεσμού έχει η κόρη προς τον πατέρα, αφού σε αυτή ένα στοιχείο, το πέος, το οποίο άλλωστε την οδήγησε στην παιδική ηλικία να στραφεί προς τον πατέρα, συνεχίζει έτσι και αλλιώς, είτε είναι μικρό κορίτσι είτε ενήλικη γυναίκα, να της λείπει, σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία. Είτε όμως ως ενήλικη αισθάνεται την έλλειψή του είτε όχι, η αρχική εκείνη αναγνώριση της έλλειψης και του συνακόλουθου αισθήματος κατωτερότητας, που οδήγησε στο φθόνο του πέους σύμφωνα με τον Φρόιντ, είναι πράγματα καθοριστικά για την μετέπειτα εξέλιξή της. Η έλλειψη δεν βιώθηκε ως κάτι αφηρημένο, αλλά, τόσο από την πλευρά της γυναίκας όσο και από την πλευρά του άνδρα, ως συγκεκριμένη έλλειψη του ενός σε σύγκριση με την μη έλλειψη του άλλου, ως μια διαφορά ανάμεσα στον κατέχοντα το πέος.
Προτού συνεχίσουμε την ανάλυσή μας, θα θέλαμε να σταθούμε σε ένα ζήτημα που αντιμετωπίζουμε καθημερινά στα σχολεία και το οποίο θα συσχετίσουμε στην πορεία με την ερμηνευτική μας. Το ζήτημα «όλα για το παιδί».
Σε δυσλειτουργικά ζευγάρια παρατηρούμε ότι, το παιδί δεν απολαμβάνει μόνο την αναγκαία φροντίδα και αγάπη των γονέων, αλλά και όλο το περίσσευμα αγάπης που δεν αποδίδεται στο σύζυγο ή τη σύζυγο. Γίνεται μάλιστα αποδέκτης υπερβολικής φροντίδας και αγάπης, σε βαθμό, που να υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια των πραγματικών του αναγκών, οπότε εύλογα μπορεί να ανακύψει το ερώτημα ως προς τους λόγους που οδηγούν σ’ αυτή την υπερβολή. Το παιδί ως διεκδικούμενο αντικείμενο διαζευγμένων γονέων, εύκολα το έχουμε αναγνωρίσει ως το θύμα που καλείται να πληρώσει για τις αμαρτίες των γονέων του. Αλλά και εκεί όπου φαίνεται να ζει κάτω από τις πιο ευνοϊκές συνθήκες, δε δυσκολευόμαστε να δούμε ότι και πάλι καλείται να γίνει παιχνίδι στα χέρια των γονέων. Το «όλα για το παιδί» που ως αίτημα δεν τίθεται από το παιδί, αλλά εμφανίζεται ως καθήκον των γονέων, πίσω από την εθελοθυσία τους, δεν μπορεί να αποκρύψει και την υστεροβουλία τους, να τα δώσουν όλα για το παιδί, αλλά και να τα πάρουν όλα πίσω. Έτσι θα ικανοποιηθεί και μια ανάγκη των γονέων, που όσο και αν δεν προβάλλεται στο προσκήνιο, προέρχεται από μία ναρκισσιστική βάση. Ο Φρόιντ στο βιβλίο του «Ναρκισσισμός, Μαζοχισμός, Φετιχισμός» γράφει: «παρατηρώντας τη στάση τρυφερών γονέων απέναντι στα παιδιά τους, την αναγνωρίζουμε κατ’ ανάγκη ως αναβίωση και αναπαραγωγή του δικού τους, προ πολλού εγκαταλειμμένου ναρκισσισμού. Το καλό χαρακτηριστικό της υπερτίμησης, το οποίο αξιολογούμε ως στίγμα ναρκισσισμού, ήδη κατά την εκλογή του αντικειμένου δεσπόζει, όπως είναι γενικότερα γνωστό σ’ αυτή τη συναισθηματική σχέση. (Αντικείμενο στην ψυχανάλυση εννοούμε ένα σημαντικό πρόσωπο όπως είναι η μητέρα για το παιδί). Υφίσταται έτσι ένας καταναγκασμός να αποδίδεται στο παιδί κάθε είδους τελειότητα, να κρύβονται και να ξεχνιούνται όλα τα ελαττώματά του. Υπάρχει όμως και η τάση να αναστέλλεται για το παιδί, η ισχύς των πολιτιστικών κανόνων, η αναγνώριση των οποίων επιτεύχθηκε σε πείσμα του ναρκισσισμού. Με αυτό τον τρόπο, ανανεώνονται για το παιδί οι αξιώσεις για προνόμια, από τα οποία οι γονείς έχουν προ πολλού παραιτηθεί. Το παιδί πρέπει να ζήσει καλύτερα απ’ αυτούς, να μην υποταχθεί στις αναγκαιότητες που έχουν αναγνωρισθεί ως κυρίαρχες στη ζωή. Η αρρώστια ο θάνατος, η παραίτηση από απολαύσεις, ο περιορισμός της προσωπικής θέλησης, δεν πρέπει να ισχύουν για το παιδί, οι φυσικοί, οι κοινωνικοί νόμοι να ακινητοποιηθούν μπροστά του, το παιδί πρέπει να ξαναγίνει πράγματι, επίκεντρο και πυρήνας της δημιουργίας. His Majesty the baby, όπως το ονομάζει ο Φρόιντ, ή το καθ’ ημάς «υψηλόν μικρόν» όπως εύστοχα το περιέγραψε ο Ψαθάς στη «Μαντάμ Σουσού», έτσι όπως θεωρούσε ο γονιός άλλοτε τον εαυτό του. Το παιδί πρέπει να υλοποιήσει τους ανεκπλήρωτους ευσεβείς πόθους των γονέων, να γίνει ο γιος, ο μεγάλος άνδρας και ήρωας στη θέση του πατέρα, να παντρευτεί το κορίτσι έναν πρίγκιπα, προς όψιμη αποζημίωση της μητέρας. Το πιο επισφαλές σημείο του ναρκισσιστικού συστήματος, η σκληρά πολιορκούμενη από την πραγματικότητα αθανασία του Εγώ στον γονιό, βρήκε ασφαλές καταφύγιο στο παιδί. Και καταλήγει ο Φρόιντ: «η συγκινητική στην πραγματικότητα, τόσο παιδική, αγάπη των γονέων, δεν είναι παρά ο αναγεννημένος ναρκισσισμός τους, ο οποίος στην μεταμόρφωσή του σε έρωτα του αντικειμένου αποκαλύπτει απαραγνώριστα την πρώην φύση του».
Επανερχόμαστε στο θεατρικό έργο. Η συνέχεια είναι λίγο ως πολύ αναμενόμενη. Εδώ αρχίζει αυτό, που μπορούμε να αποκαλέσουμε, κοινωνικό εκφοβισμό του εκπαιδευτικού. Οι συνάδελφοι τον κατακρίνουν και κόβουν κάθε επικοινωνία μαζί του. Οι γονείς του κολλεγίου στρέφονται επιθετικά εναντίον του, οι φίλοι τον εγκαταλείπουν. Η αστυνομία αρχίζει τις ανακρίσεις. Τα ΜΜΕ διαδίδουν το γεγονός. Οι αλιγάτορες της κοινωνίας επιτίθενται για να μετατρέψουν το θύμα σε θύτη. Ακόμα και ο θεατής έχει αρχίσει να αμφιβάλλει για την αθωότητά του. Μένει η σύζυγός κοντά του για να τον στηρίξει, πιστεύοντας αρχικά τον ίδιο, ο οποίος αρνείται κατηγορηματικά την κατηγορία και προσπαθεί να πείσει τουλάχιστον εκείνη, ότι όλα αυτά είναι ανεξήγητα κατασκευάσματα του μυαλού της κοπέλας. Σιγά σιγά όμως εισχωρεί και σε εκείνη το σαράκι της αμφιβολίας. Λίγο πριν τον εγκαταλείψει και η σύζυγός του, η κοπέλα αποσύρει την κατηγορία. Όμως η ζωή του ανθρώπου αυτού έχει ήδη καταστραφεί.
Προσπαθώντας να αναλύσουμε αυτό το γεγονός, το οποίο έχει συμβεί στην πραγματικότητα και στον τόπο μας, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, θα ανατρέξουμε στην ψυχανάλυση. Διαβάζοντας τον Φρόιντ βλέπουμε ότι, από παραδείγματα που προέρχονται από την καθημερινή ζωή, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την άποψη ότι, το ασυνείδητο είναι ένα τεράστιο αποθετήριο αισθημάτων, σκέψεων και πράξεων των ανθρώπων. Λειτουργεί ως κρυφός και σιωπηλός διαχειριστής αυτών των εναποτιθέμενων αξιών, και σε κάποια στιγμή, που για τον άνθρωπο είναι συνήθως η πιο ακατάλληλη, του παρουσιάζει τον λογαριασμό. Με έκπληξη αντιδρά ο Φρόιντ σε αυτό το φαινόμενο και σημειώνει στο βιβλίο του «Ντόρα-Η ανάλυση μιας υστερίας» : «Θέλω να μη μου διαφύγει η ευκαιρία, να εκφράσω την έκπληξή μου για το γεγονός ότι, οι άνθρωποι είναι δυνατόν να διανύουν τόσο μεγάλα και τόσο σημαντικά κομμάτια της ερωτικής τους ζωής, χωρίς να παίρνουν είδηση από αυτά, και μάλιστα χωρίς να υποψιάζονται τίποτα, ή όταν αυτά φθάνουν στην συνείδησή τους, η κρίση τους γι’ αυτά να τους ξεγελάει τόσο πολύ». Αν η πορεία από την νηπιακή ηλικία μέχρι την εφηβεία δεν είναι ομαλή, παρά τη λανθάνουσα περίοδο, το αγόρι θα επιστρέψει στη μητέρα και το κορίτσι στον πατέρα, ή επειδή αυτό είναι ανεπίτρεπτο και ενοχοποιητικό, θα μεταβιβάσει αυτά τα συναισθήματα σε ένα άτομο αντίστοιχης ηλικίας με το γονεϊκό ζευγάρι, το οποίο πολύ συχνά είναι ένας εξιδανικευμένος ενήλικας, που βρίσκεται πλησιέστερα. Ένα τέτοιο πρόσωπο μπορεί να είναι ο εκπαιδευτικός. Έτσι μπορεί το αγόρι να ερωτευθεί την καθηγήτριά του και το κορίτσι τον καθηγητή της. Θα λέγαμε ότι αυτά τα συναισθήματα είναι φυσιολογικά εφόσον παραμένουν στον χώρο του φαντασιακού και του ασυνειδήτου. Γίνονται όμως προβληματικά εάν γίνουν συνειδητά. Οι έφηβοι συχνά εκλογικεύουν την αγάπη τους για τον καθηγητή, ή την καθηγήτρια με την αιτιολόγηση του σεβασμού και του θαυμασμού για τις γνώσεις και τις ικανότητές τους. Τους εξιδανικεύουν. Στην πραγματικότητα όμως τα άτομα αυτά, αποτελούν από την ηλικία τους και μόνο, υποκατάστατα του πατέρα και της μητέρας. Ο Φρόιντ σημειώνει :«Όταν ήμασταν μικρά παιδιά, είχαμε γνωρίσει τα ανώτερα αυτά όντα, τα οποία υπήρξαν οι γονείς μας, που μας είχαν προκαλέσει τον θαυμασμό και το φόβο και που αργότερα αφομοιώθηκαν και ταυτίστηκαν με τις ίδιες μας τις υπάρξεις».
Στην περίπτωση του κοριτσιού που ερωτεύεται τον καθηγητή της, αναβιώνει ένα άλυτο οιδιπόδειο σύμπλεγμα μια καθήλωση στην οιδιποδειακή φάση, αλλά τώρα το κορίτσι, δίχως ενοχή, μεταβιβάζει την επιθυμία για τον πατέρα, στο πρόσωπό του καθηγητή και απαιτεί την ανταπόκρισή του. Στην περίπτωση που ο καθηγητής ανταποκριθεί σε αυτόν τον έρωτα και συνάψει ερωτικό δεσμό, με την κοπέλα, εάν η κοινωνικά ανάρμοστη αυτή συμπεριφορά γίνει γνωστή, θα τον οδηγήσει στο δικαστήριο, μια και όλοι γνωρίζουμε ότι είναι ποινικό αδίκημα, όπου ο καθηγητής διώκεται για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, ή παιδεραστία. Μπορεί όμως να συμβεί κάτι άλλο. Ο καθηγητής να μην ανταποκριθεί σε αυτό το κάλεσμα, να εναντιωθεί και να προσπαθήσει να αποτρέψει αυτόν τον ανοίκειο έρωτα, εκ μέρους της κοπέλας. Το πιθανότερο είναι να σταματήσει εδώ το όλο ζήτημα και να συνεχιστεί απρόσκοπτα η παιδαγωγική διαδικασία. Τι θα συμβεί όμως εάν το κορίτσι δεχθεί την απόρριψη ως ναρκισσιστικό πλήγμα, και κάτω από το πρίσμα του «όλα επιτρέπονται στο παιδί», που πιθανότατα έχει βιώσει στην παιδική ηλικία, να κατηγορήσει η ίδια τον καθηγητή για σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση, εφόσον δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά της;
Κάτω από το ναρκισσιστικό πλήγμα που δέχεται από την απόρριψη του καθηγητή, αισθάνεται, ότι έχει το δικαίωμα να τον καταγγείλει, να τον εκδικηθεί, δίχως να την απασχολούν οι συνέπειες της πράξης της για τη ζωή του. Ο ναρκισσιστικός εαυτός δε δέχεται την απόρριψη και ο έρωτας μετατρέπεται σε μίσος. Γνωρίζει ότι έχει με το μέρος της και την κοινωνική κατακραυγή. Η κοινωνία καταδικάζει εκ προοιμίου. Ο καθηγητής εκπροσωπεύει, ανεξαρτήτως ηλικίας, το γονεϊκό είδωλο. Είναι ο φαντασιακός πατέρας που υπέπεσε στο οιδιποδειακό αμάρτημα και σύναψε σχέση με την κόρη. Είναι η πραγμάτωση της φαντασιωσικής επιθυμίας που κρύβεται στο ασυνείδητό μας, πίσω από όλη την ηθική του Υπερεγώ που απαγορεύει τέτοιου είδους σκέψεις ή πράξεις. Στο βιβλίο του «Το Εγώ και το Εκείνο» ο Φρόιντ περιγράφει το Υπερεγώ ως μία κατασκευή που όχι μόνο υποχρεώνει το Εγώ «να κάνει κατ’ αυτόν τον τρόπο» αλλά παρεμβάλλεται επίσης και η απαγόρευση «μην κάνεις κατ΄αυτόν τον τρόπο». Η διπλή αυτή όψη του Υπερεγώ οφείλεται στο γεγονός πως καταβάλλει κάθε προσπάθεια στο να απωθεί το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Με την παρεμβολή του το Υπερεγώ, που είναι όλες οι εντολές και απαγορεύσεις που έχουμε λάβει κατά την παιδική μας ηλικία, καθιστά το Εγώ κύριο του Οιδιποδείου συμπλέγματος και ταυτοχρόνως υποτάσσει το Εκείνο, τα ένστικτα δηλαδή και τις παρορμήσεις. Ενώ το Εγώ εκπροσωπεί τον εξωτερικό κόσμο, την πραγματικότητα, το Υπερεγώ αντιτίθεται προς αυτό, αφού είναι επιφορτισμένο, να περιορίσει τις δυνάμεις του εσωτερικού κόσμου του Εκείνου. Και καταλήγει ο Φρόιντ στην άποψη πως, η σύγκρουση μεταξύ του Εγώ και του Υπερεγώ αντανακλά την υφιστάμενη αντίφαση μεταξύ της εξωτερικής πραγματικότητας, του Συνειδητού δηλαδή κόσμου, και του ενδοψυχικού, του Ασυνείδητου κόσμου.
Τι γίνεται όμως στην περίπτωση του καθηγητή που τώρα δεν έχει μόνο να αντιμετωπίσει τις συνέπειες του νόμου, αλλά και όλη την κοινωνία που έχει στραφεί εναντίον του και απαιτεί να πάρει εκδίκηση, που γίνεται αυτή ο εκφραστής του νόμου της ηθικής και της τάξης. Τον διασύρουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πετούν πέτρες στα τζάμια του σπιτιού του, τον αποκαλούν παιδεραστή με συνθήματα γραμμένα στον τοίχο του. Γίνονται μάζα, πλήθος, όχλος ανελέητος.
Ο Φρόιντ στο βιβλίο του «Ψυχολογία των μαζών και Ανάλυση του Εγώ» αναφέρει τη θεωρία του ιατρού, Γουσταύου Λεμπόν, ο οποίος στη δεκαετία του 1890, στράφηκε στην ψυχολογία και την κοινωνιολογία αναπτύσσοντας την άποψη ότι ο όχλος και τα πλήθη σχηματίζουν μια οντότητα προσωρινή, με σύνθεση ετερογενών στοιχείων, συνδεομένων μεταξύ τους στιγμιαία, ακριβώς όπως τα κύτταρα ενός ζωντανού σώματος, σχηματίζουν με την ένωσή τους μια καινούρια οντότητα που παρουσιάζει χαρακτηριστικά εντελώς διαφορετικά, από εκείνα που είχε το κάθε κύτταρο ξεχωριστά. Διάφορες αιτίες σύμφωνα με το Φρόιντ καθορίζουν την εμφάνιση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του πλήθους. Μία από αυτές είναι ότι, το ενταγμένο στο πλήθος άτομο, εξ αιτίας του αριθμού και μόνον, αποκτά ένα συναίσθημα ακατανίκητης ισχύος, που του επιτρέπει να ενδίδει σε ένστικτα, τα οποία όταν ήταν μόνο του, ήταν χαλιναγωγημένα. Έτσι το άτομο μέσα στο πλήθος, με τη δύναμη της υποβολής και της μεταβίβασης, αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μερικές φορές εντελώς αντίθετα με εκείνα των μεμονωμένων ατόμων. Δεν υφίσταται πλέον ως άτομο, αλλά αποτελεί ένα αυτόματο, που κατέστη ανίκανο να κατευθύνεται από την προσωπική του θέληση. Το άτομο οπισθοδρομεί ψυχοσυναισθηματικά, σε μια προγενέστερη φάση την οποία συναντούμε στο παιδί και τον πρωτόγονο άνθρωπο, που κυριεύεται από το ένστικτο της αγέλης, το οποίο είναι έμφυτο στον άνθρωπο όπως και στα υπόλοιπα είδη των ζώων».
Και κλείνουμε επιστρέφοντας στον πρωταγωνιστή του θεατρικού έργου που περιγράψαμε. Ο ίδιος πλέον αναρωτιέται ποιος είναι. Μήπως πράγματι ενέδωσε ασυνείδητα; Μήπως ασυνείδητα αισθάνθηκε τον ανεπίτρεπτο έρωτα προς την μαθήτριά του; Τη φαντασιωσική κόρη; Αμφιβάλει πλέον για το ίδιο του τον εαυτό. Έχει βυθιστεί στο έρεβος των ενοχών του. Ποιος μπορεί να αντέξει την κοινωνική κατακραυγή, το εξευτελισμό, την περιθωριοποίηση και κυρίως τη δική του ενοχή για την διάπραξη του εγκλήματος;
Έχει καταδικαστεί ερήμην του. Έχει γίνει κίνδυνος για τον κοινωνικό ιστό. Η συνοχή της κοινωνίας απειλείται. Και τότε η μόνη της επιλογή και αντίδραση είναι να μετατραπεί σε αγέλη. Σε αλιγάτορες.
Οι αλιγάτορες δεν είναι εν τέλει, παρά, το αδηφάγο πλήθος της κοινωνίας, που κατασπαράζει τον υποτιθέμενο θύτη, ο οποίος καταλήγει να γίνει, το δραματικό εξιλαστήριο θύμα των ενοχών της. Ενοχών για το ανόσιο αμάρτημα της εκπλήρωσης του οιδιποδείου, του ανοίκειου έρωτα του κοριτσιού προς τον φαντασιακό πατέρα, ο οποίος πρέπει να τιμωρηθεί και κυρίως, γιατί μπορεί εν τέλει να υποκύπτει έστω φαντασιωσικά και ασυνείδητα, στον έρωτά της και να ανταποκρίνεται σε αυτόν.