Για να μιλήσουμε για τη σημασία του επαρκώς καλού γονέα κατά τη διάρκεια της εφηβικής ηλικίας, θα πρέπει πρώτα να μιλήσουμε για την αρκετά καλή μητέρα κατά τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας. Η μητέρα είναι το σημαντικότερο πρόσωπο, το μοναδικό αρχικά στη ζωή του παιδιού. Η σχέση μαζί της, από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ύπαρξης του βρέφους, θα καθορίσει τη ζωή του και θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός υγιούς και αυτόνομου ενήλικα, ή το αντίθετο. Η θεωρία της αρκετά καλής μητέρας, καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη σημασία της σχέσης του βρέφους με τη μητέρα, αρχικά στους κόλπους της ψυχαναλυτικής θεωρίας και στη συνέχεια σε ένα ανοιχτό κοινωνικό πλαίσιο, που απενοχοποίησε σε μεγάλο βαθμό το μητρικό ρόλο.

Ο Winnicott παιδίατρος, παιδοψυχίατρος και ψυχαναλυτής, το 1973 καθιέρωσε τον όρο good enough mother, περιγράφοντας ουσιαστικά δυο στάδια, αφ’ ενός την εξ ολοκλήρου απορρόφηση της μητέρας από το βρέφος, και αφ’ ετέρου τη σταδιακή απόσχισή τους, στην πορεία του προς την αυτονομία και την ωρίμανση.

Στο πρώτο στάδιο, το βρέφος βιώνει την πλήρη συγχώνευση με τη μητέρα και βυθισμένο σε αυτή την παραισθησιακή κατάσταση, πιστεύει ότι η ύπαρξη μιας εσωτερικής ανάγκης του, αυτόματα ικανοποιείται. Σ’ αυτό συντελεί η πλήρης εναρμόνιση της μητέρας με τις ανάγκες του βρέφους και η διαρκής ικανοποίηση τους. Έτσι το βρέφος βιώνει μια αίσθηση ασφάλειας και παντοδυναμίας.

Στο δεύτερο στάδιο η μητέρα ξεκινά σταδιακά και για μικρά χρονικά διαστήματα να μην ανταποκρίνεται άμεσα στις ανάγκες του βρέφους, δημιουργώντας μικρά διαστήματα ματαίωσης. Το βρέφος βρίσκεται σε μια δυσάρεστη θέση, να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα, ότι δηλαδή αυτό και η μητέρα του είναι δυο ξεχωριστές οντότητες και ότι η ύπαρξη μιας ανάγκης, δεν σημαίνει την αυτόματη ικανοποίησή της. Μετά το σύντομο αρνητικό συναίσθημα της απογοήτευσης και του φόβου, το βρέφος μαθαίνει ότι κάποιες φορές χρειάζεται αναμονή, ενώ κάποιες φορές οι ανάγκες του δεν θα πραγματοποιηθούν.

Ο Winnicott είχε πάντα έγνοια να απενοχοποιεί τις μητέρες και δεν δίσταζε να κάνει εκλαϊκευτικές διαλέξεις ή παρεμβάσεις. Το πρόσωπο της μητέρας είναι για το παιδί ο πρώτος καθρέφτης του εαυτού του, από εκεί αντλεί την εμπιστοσύνη του στην ύπαρξη και το αίσθημα ότι συνεχίζει να υπάρχει. Υπογραμμίζει ότι το παιδί δε χρειάζεται μια τέλεια μητέρα αλλά μια μητέρα αρκετά καλή, καλή αλλά όχι υπερβολικά. Η αρκετά καλή μητέρα, πρέπει να εννοηθεί ως μητέρα που προσφέρει στο παιδί της ό,τι βασικό χρειάζεται και ξέρει να προσαρμόζεται όσο ακριβώς πρέπει.

Ο Winnicott επιμένει στην περιγραφή του τρόπου με τον οποίο η μητέρα αφήνεται να απορροφηθεί από το παιδί της όσο αυτό την έχει ανάγκη. Αυτή ονομάζεται πρωτογενής φροντίδα, ενώ το κράτημα holding, αντιστοιχεί στον τρόπο (ταυτόχρονα συγκεκριμένο και μεταφορικό) να κρατάει το βρέφος. Η ανάγκη για «κράτημα» δεν συνδέεται μόνο με την περίοδο της απόλυτης εξάρτησης από τη μητέρα, αλλά επανέρχεται στη ζωή του καθενός, όποτε προκύπτουν ιδιαίτερα απειλητικές ή αγχωτικές καταστάσεις. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πως είναι θεμελιώδες για το αίσθημα ασφάλειας που θα έχει ο κάθε άνθρωπος ακόμα και στην ενήλικη ζωή του.

Μια αρκετά καλή μητέρα έχει επίσης και μια άλλη συγκεκριμένη λειτουργία: το χειρισμό (handling), που αναφέρεται στον τρόπο χειρισμού του παιδιού τον τρόπο να το πιάνεις και να ασχολείσαι μαζί του. Η μητέρα είναι σε θέση να κρατά το μωρό φυσικά, έτσι ώστε όλα τα μέρη του σώματος να συγκεντρώνονται για να σχηματίσουν, σε συνέχεια, ένα προσωπικό σχήμα σώματος. Με αυτό τον τρόπο χαϊδεύοντας το γυμνό κορμάκι του περιφερικά, δείχνει στο βρέφος τα όρια του σώματος του και τον διαχωρισμό του από το δικό της σώμα.

Στο πρώτο στάδιο της συμβιωτικής σχέσης του βρέφους με τη μητέρα, το σημαντικό για το παιδί δεν είναι η αποφυγή κάθε ματαίωσης, αλλά το να είναι η μητέρα του συνήθως εκεί και οι απουσίες να μην διαρκούν πέρα από όσο ο ψυχισμός του μπορεί να αντέξει, χωρίς το παιδί να χάσει μέσα του την παράσταση της μητέρας του. Η παρατεταμένη απουσία μπορεί να δημιουργήσει τραύμα. Μεγαλώνοντας το παιδί αποδεικνύεται ικανό να είναι μόνο του μπροστά στη μητέρα του, δηλαδή να παίζει χωρίς να ενδιαφέρεται για εκείνη, δείχνοντας έτσι, ότι διαμορφώνει τις εσωτερικές ψυχικές του ικανότητες και ότι βγαίνει από την πρωτογενή εξάρτηση από τη μητέρα. Κάποτε ο Winnicott είχε πει ότι το βρέφος είναι κάτι ανύπαρκτο, γιατί δεν υπάρχει βρέφος μοναχό του, έξω από κάποιο περιβάλλον και τη μητρική φροντίδα.

Στο δεύτερο στάδιο, της αυτονόμησης από τη μητέρα, το νήπιο επιλέγει συχνά ένα αντικείμενο, κουκλάκι, πανάκι κ.α. που δε θέλει με τίποτα να το αποχωρίζεται. Δεν του είναι ξένο, πραγματικά αποτελεί κομμάτι του εαυτού του και αν η μητέρα το πάρει και το πλύνει, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό. Αυτό το ονομάζουμε μεταβατικό αντικείμενο. Η σημασία που αποκτά το μεταβατικό αντικείμενο, είναι ένδειξη πως αρχίζει η σχέση του παιδιού με τον κόσμο. Δημιουργείται λοιπόν ένας ενδιάμεσος μεταβατικός χώρος, ανάμεσα σ’ αυτό και την μητέρα, η οποία μπορεί τώρα να λείπει, αλλά να ξαναγυρίζει. Τότε ξεκινά να παίζει το παιχνίδι, χάνεσαι – επανέρχεσαι (το γνωστό Κούκου τσα). Ουσιαστικά είναι το παιχνίδι του χάνω και ξανακερδίζω το αντικείμενο που ικανοποιεί τις ανάγκες, αλλά και του ίδιου του αντικειμένου αγάπης. Όταν το μωρό αρχίζει να πετά κι αυτό αντικείμενα, περιμένοντας φυσικά τη μητέρα να τα μαζέψει και να του τα φέρει, γνωρίζουμε ότι πλησιάζει ο καιρός που θα της επιτρέψει να φεύγει μακριά του και να επιστρέφει. Η χρήση που κάνει το παιδί στο μεταβατικό του αντικείμενο αντιπροσωπεύει, για τον Winnicott, την πρώτη χρήση ενός συμβόλου και την πρώτη του εμπειρία παιχνιδιού. Το εσωτερικό και υποκειμενικό στο παιδί, είναι ακόμα αδιάκριτο από το εξωτερικό και το αντικειμενικό. Το παιχνίδι, επομένως, είναι για τον Winnicott πάντα μια δημιουργική εμπειρία, και η ικανότητα να παίζει, επιτρέπει στο υποκείμενο να εκφράσει το πλήρες δυναμικό της προσωπικότητάς του. Είναι μια δημιουργική πράξη, η οποία επιτρέπει στο παιδί να βρει τον εαυτό του, να έρθει σε επαφή με το πυρήνα του εαυτού του. Το παιχνίδι των παιδιών, ειδικά τις στιγμές που είναι απορροφημένα, τοποθετείται σε έναν εν δυνάμει χώρο μεταξύ του ατομικού εαυτού και του περιβάλλοντος και οδηγεί στην ωριμότητα της επικοινωνίας και στην αρχή κάθε δημιουργίας. Το παιχνίδι δείχνει πως το παιδί είναι ικανό μέσα σε ένα αρκετά καλό και σταθερό περιβάλλον να αναπτύξει ένα προσωπικό τρόπο ζωής και τελικά να γίνει ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος, αποδεκτός και ευπρόσδεκτος στον ευρύτερο κόσμο.

Στο τέλος του πρώτου χρόνου και στους πρώτους μήνες του δεύτερου μπορεί να δει κανείς καθαρά ότι είναι σε λειτουργία, οι ενδοψυχικές διαδικασίες, του αποχωρισμού εξατομίκευσης. Από τη μια βρίσκεται η ανάπτυξη της ενδοψυχικής αυτονομίας, και αίσθησης της πραγματικότητας και από την άλλη βρίσκεται η διαδικασία του αποχωρισμού που συμβαδίζει με την διαφοροποίηση, την απόσταση, το σχηματισμό ορίων και την αποδέσμευση από τη μητέρα. Το περπάτημα τώρα, έχει μια πολύ μεγάλη συμβολική αξία για τη μητέρα και το νήπιο. Είναι σαν να αποδεικνύει το παιδί, ότι έχει μπει στον κόσμο της ανεξάρτητης ανθρώπινης ύπαρξης. Η εμπιστοσύνη με την οποία αντιμετωπίζει η μητέρα το γεγονός ότι το παιδί τα καταφέρνει μόνο του, είναι σημαντικός παράγοντας, για να αναπτυχθεί το αίσθημα της ασφάλειας και ίσως και η αρχική ενθάρρυνση για την ανταλλαγή της μαγικής παντοδυναμίας του για ευχαρίστηση, με τη δική του αυτονομία και την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησής του. Η στάση της μητέρας σε αυτή τη φάση πρέπει να είναι ενθαρρυντική αλλά και αρκετά διαθέσιμη να εμπλακεί σε όλες τις δραστηριότητες και περιπέτειές του. Η συναισθηματική θέληση της μητέρας, να αφήσει το νήπιο να αναπτυχθεί, είναι εξαιρετικά σημαντική.

Σε αυτή τη φάση και ενώ η εξατομίκευσηπροχωρά με ραγδαίους ρυθμούς και το παιδί κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, ταυτόχρονα συνειδητοποιεί ότι είναι ξεχωριστό από τη μητέρα και προσπαθεί να αντισταθεί σθεναρά σε αυτό το δεδομένο. Είναι γεγονός όμως ότι όσο κι αν προσπαθεί να την αναγκάσει να παλινδρομήσουν στην δυαδική τροχιά, δεν είναι εφικτό. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει μέσα του την αυταπάτη της γονεϊκής παντοδυναμίας, παρόλο που από καιρού εις καιρόν αναθυμάται την συμβιωτική περίοδο και προσπαθεί να την επαναφέρει. Μετά τον τρίτο χρόνο η μητέρα μπορεί να υποκατασταθεί, τουλάχιστον μερικώς, από την παρουσία μιας αξιόπιστης εσωτερικής αναπαράστασης και να μείνει σχετικά σταθερή. Σε αυτή τη βάση, ένας προσωρινός αποχωρισμός μπορεί να γίνει ανεκτός. Γι’ αυτό και θεωρείται η κατάλληλη ηλικία για να πάει το παιδί στον παιδικό σταθμό. Η αίσθηση της μονιμότητας του αντικειμένου είναι επαρκώς μόνιμη, στο φυσιολογικό παιδί των τριών ετών. Η τελευταία φάση της διαδικασίας αποχωρισμού εξατομίκευσης, είναι πλέον στο τέλος της και σχετίζεται με όλη την δυναμική, η οποία προέκυψε κατά την διάρκεια των προηγούμενων φάσεων.

Ένα σημαντικό ζήτημα στη ζωή του νηπίου, είναι η επιθυμία του να συμπεριληφθεί και ο πατέρας στη σχέση. Αυτός ανήκει σε μια τελείως άλλη κατηγορία αντικειμένου αγάπης από εκείνη της μητέρας. Ποτέ δεν ήταν τελείως μέσα στην συμβιωτική σχέση, ούτε τελείως έξω από αυτήν. Ο πατέρας χρειάζεται στο σπίτι για να βοηθάει τη μητέρα να νιώθει σωματική και ψυχική πλήρωση, να στηρίξει το κύρος της να αντιπροσωπεύει το νόμο και την τάξη, που η μητέρα εδραιώνει στη ζωή του παιδιού. Δε χρειάζεται η συνεχής παρουσία του για να συμβεί αυτό, αλλά θα πρέπει να εμφανίζεται αρκετά συχνά ώστε το παιδί να νιώθει ότι είναι πραγματικός και ζωντανός. Ο κατάλληλος χρόνος για να αρχίσει να γνωρίζει το παιδί τον πατέρα είναι η πρώιμη περίοδος της ζωής του όταν οι εντυπώσεις είναι ζωηρές και έντονες. Αξίζει λοιπόν τον κόπο η μητέρα να βοηθήσει τον πατέρα και το παιδί να γνωριστούν μεταξύ τους. Είναι στο χέρι της να επιτρέψει, να εμποδίσει, ή να καταστρέψει μια τέτοια σχέση.

Ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε για την εφηβεία και την αλληλεπίδραση των γονέων με του εφήβους.

Το πέρασμα στην ενηλικίωση ξεκινάει με την προεφηβεία. Είναι η φάση της ζωής που αρχίζουν οι πραγματικοί χωρισμοί και το πένθος για την απώλεια της παιδικής ηλικίας. Η εφηβεία είναι το χρονικό διάστημα που διανύει κάθε άτομο ώσπου να «θεραπευτεί»  από τις αλλαγές και κρίσεις που αφύπνισε και εγκαινίασε η προεφηβεία. Η εφηβεία λέει ο Winnicott είναι το αποτέλεσμα των επιτυχιών και αποτυχιών της βρεφικής και παιδικής φροντίδας. Είναι μια εξ ορισμού συγκρουσιακή περίοδος γιατί λέει κανείς αντίο στην παιδική ηλικία και εισέρχεται στην ενήλικη ζωή. Σύγκρουση εσωτερική, γιατί εμπεριέχει ένα πένθος για την απώλεια του παιδικού σώματος, γιατί το σώμα των εφήβων, βιώνει την πλήρη εσωτερική και εξωτερική μεταμόρφωση. Στην ασυνείδητη φαντασίωση του παιδιού, το μεγάλωμα είναι μια έμφυτη επιθετική πράξη, γιατί μεγαλώνω, σημαίνει παίρνω τη θέση των γονιών. Στο σύνολο της ασυνείδητης φαντασίωσης που ανήκει στην ανάπτυξη της εφηβικής περιόδου, υπάρχει ο «θάνατος» κάποιου. Είναι όπως στη πρώτη φάση της συμβιωτικής σχέσης με τη μητέρα, όπου το παιδί πρέπει φαντασιωσικά να καταστρέψει το αντικείμενο, που είναι η μητέρα, αυτό να αντέξει κι έτσι το παιδί να το σεβαστεί και να το αναγνωρίσει, ως ανεξάρτητο και εξωτερικό. Η καταστροφή και επανόρθωση είναι σαν πχ για να ράψεις ένα φόρεμα πρέπει πρώτα να κόψεις το ύφασμα δηλαδή να το καταστρέψεις. Το καλύτερο που έχουν να κάνουν οι γονείς είναι να επιβιώσουν άθικτοι. Η εφηβεία είναι η περίοδος της αμφισβήτησης των γονέων και της σύγκρουσης μαζί τους. Είναι σημαντικό οι έφηβοι να έχουν γονείς που να μπορούν και να αντέχουν να συγκρουστούν. Άρα για το πρώτο πράγμα που μιλάμε είναι τα όρια.

 Είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να θέσουν όρια. Αντιστοιχούν με τη στιγμή που βιώνει το βρέφος, όταν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει μια πραγματικότητα όπου δεν κυριαρχεί η παντοδυναμία και ο ναρκισσισμός του και πρέπει να αντέξει την ματαίωση των επιθυμιών του. Έτσι καθήκον των γονέων των εφήβων, είναι να τους βοηθήσουν να αφήσουν πίσω τους την παντοδυναμία, αυτό το θέλω και το έχω. Τα όρια, τους προκαλούν θυμό και εκρήξεις, αλλά στην πραγματικότητα, είναι ενέσεις ασφάλειας και προσφέρουν ηρεμία. Κάνουν τους έφηβους να αισθάνονται ότι πατούν σε στέρεο έδαφος. Έτσι διαχειρίζονται τη ματαίωση, αφού η πραγματικότητα δε θα τους επιτρέπει να κάνουν πάντα ό,τι τους αρέσει. Οι κρίσεις επιθετικότητας που εκδηλώνει ο έφηβος, είναι εκδηλώσεις θυμού. Θυμού επειδή αισθάνεται άσχημα, ή μόνος, ή με χαμηλή αυτοεκτίμηση, ή επειδή δεν ξέρει τι είναι αυτό που του συμβαίνει. Ο θυμός και η σύγκρουση των εφήβων με τους γονείς, είναι μια έκκληση για βοήθεια, ώστε να τους κάνουν να ηρεμήσουν θέτοντας ένα όριο. Όλο και περισσότεροι γονείς, δεν τολμούν να χαράξουν αυτό το όριο και να πουν από εδώ και πέρα δεν περνάς. Αισθάνονται βίαιοι και γι’ αυτό το αποφεύγουν.  Σήμερα η άσκηση εξουσίας έχει πάρει αρνητική χροιά και οι γονείς θεωρούν ότι τα πάντα είναι διάλογος και πάλι διάλογος.  Όμως οι γονείς έχουν την υποχρέωση να ασκούν εξουσία και να χαράσσουν τα όρια αυτών των διαπραγματεύσεων.

Ο έφηβος είναι ανώριμος. Η ανωριμότητα στην εφηβεία είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο υγείας. Η μόνη γιατρειά για την ανωριμότητα είναι το πέρασμα του χρόνου και η εξέλιξη προς την ωριμότητα. Η ανωριμότητα είναι ένα πολύτιμο μέρος της εφηβικής σκηνής. Αυτό το μέρος περιέχει τα πιο συναρπαστικά χαρακτηριστικά της δημιουργικής σκέψης, φρέσκα αισθήματα, ιδέες για ένα καινούριο τρόπο ζωής. Η κοινωνία έχει ανάγκη να συγκλονιστεί από τις φιλοδοξίες εκείνων που δεν είναι υπεύθυνοι.  Για χάρη των εφήβων και της ανωριμότητας τους, λέει ο Winnicot,  δεν πρέπει να επιτρέψουν οι ενήλικοι να προτρέξουν και να φτάσουν σε μια ψευδοωριμότητα, με το να τους αναθέτουν ευθύνες που δεν τους αναλογούν έστω κι αν πολεμήσουν γι’ αυτές. Η ιδέα των εφήβων για μια ιδανική κοινωνία είναι συναρπαστική και το πιο ιερό χαρακτηριστικό της, είναι η ανωριμότητα που κάθε άτομο πρέπει να χάσει καθώς φτάνει στην ωριμότητα.  Μεγάλα μαζικά κινήματα της σύγχρονης κοινωνίας μας, ξεκίνησαν και είχαν αντίκτυπο και απήχηση, χάρη στη δυσαρέσκεια των εφήβων απέναντι σε μια γενιά, που την ένιωθαν καταπιεστική και βίαιη.

Θα έχουμε πετύχει ως γονείς, όταν τα παιδιά μας θα βρουν το εαυτό τους, που θα εμπεριέχει την επιθετικότητα και τα καταστροφικά στοιχεία του εαυτού τους, όσο και τα στοιχεία που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε στοιχεία αγάπης. Θα είμαστε ευτυχισμένοι, αν οι φροντίδες μας τα κάνουν σύντομα ικανά να χρησιμοποιούν σύμβολα, να παίζουν, να ονειρεύονται, να είναι δημιουργικά, αλλά ακόμα και τότε, ο δρόμος προς αυτό το σημείο μπορεί να είναι κακοτράχαλος. Και σε κάθε περίπτωση, θα κάνουμε λάθη και αυτά τα λάθη τα παιδιά μας θα τα δουν και θα τα νιώσουν σαν μοιραία και θα προσπαθήσουν να μας κάνουν να νιώσουμε υπόλογοι γι’ αυτές τις αποτυχίες, ακόμα και όταν δεν είμαστε πραγματικά υπεύθυνοι γι’ αυτές. Τα παιδιά μας απλώς θα λένε: εμείς δεν ζητήσαμε ποτέ να γεννηθούμε. Για το παιδί, γονιός είναι το πλάσμα που στην ερώτησή του «άραγε με θέλουν, θέλουν να υπάρχω;» του εγγυάται ότι η απάντηση είναι άνευ όρων καταφατική. Ο γονιός το εγγυάται με τη φυσική, συναισθηματική και πνευματική παρουσία του, που δημιουργεί στο παιδί τη βεβαιότητα, πως ό,τι και να γίνει, οι γονείς μου θα είναι πάντα εκεί, δίπλα μου. Οι ανταμοιβές μας θα έρθουν μέσα από τον πλούτο που θα παρουσιαστεί στη ζωή τους. Και αν πετύχουμε σ’ αυτό, πρέπει να προετοιμαστούμε για τη ζήλεια που θα νιώσουμε για τα παιδιά μας, που είχαν καλύτερες ευκαιρίες για ατομική ανάπτυξη απ’ ότι εμείς. Θα νοιώσουμε την ανταμοιβή, αν κάποια στιγμή η κόρη μας θα μας ζητήσει να τη βοηθήσουμε στο μεγάλωμα του παιδιού της, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο ότι μας θεωρεί κατάλληλη να το κάνουμε με ικανοποιητικό τρόπο, ή αν ο γιος θελήσει να μοιάσει σε κάτι στον πατέρα. Οι ανταμοιβές έρχονται έμμεσα. Και φυσικά ξέρουμε ότι δεν θα μας πουν ευχαριστώ.

Οι περισσότεροι γονείς αισθάνονται ένοχοι, επειδή νομίζουν ότι δεν είναι αρκετά καλοί γονείς και κυρίως ένοχοι επειδή έχουν ανάμεικτα συναισθήματα σχετικά με τη γονεϊκότητα. Αγαπάνε τα παιδιά τους αλλά η γονεϊκότητα έχει απαιτήσεις που τους πέφτουν βαριές. Τόσο, που σε ορισμένες περιπτώσεις θα επιθυμούσαν να μην έχουν παιδιά. Συναισθήματα κατανοητά που δεν μεταβάλλουν κάποιον σε κακό γονιό. Αυτό τους κάνει μερικές φορές να μην κάνουν το αναγκαίο, που είναι να ασκήσουν εξουσία ως γονείς. Αυτό συνδέεται με ένα άλλο φαινόμενο, αυτό των έφηβων γονιών. Σε πολλές περιπτώσεις οι γονείς επιστρέφουν μαζί με τα παιδιά τους σ’ αυτή την περίοδο της ζωής τους. Συμβαίνει όταν, οι γονείς υποθέτουν ότι για να βελτιώσουν την επικοινωνία με τα παιδιά τους, πρέπει να μιλάνε την ίδια γλώσσα. Θέλουν να είναι φίλοι με τα παιδιά τους, να είναι ξηγημένοι, να είναι οι κολλητοί τους. Όμως οι έφηβοι δεν θέλουν τους γονείς τους φίλους, έχουν ήδη φίλους, αντιθέτως, για γονείς έχουν μόνο τους γονείς τους, από τους οποίους πρέπει να μπουν τα όρια. Η υπερβολική ελευθερία που επιτρέπουν σε αυτό το πλαίσιο οι γονείς, βιώνεται από τους εφήβους ως έλλειψη προσοχής.

Θα αναφερθώ τώρα, σε ένα ευαίσθητο σημείο για τις γυναίκες. Η έννοια της αρκετά καλής μητέρας μεταλλάσσεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής της γυναίκας, αποτελώντας ένα συνεχές της μητρότητας. Πασχίζουν να είναι αρκετά καλές κόρες, σύντροφοι, φίλες. Σε οποιοδήποτε ρόλο υπάρχουν ψήγματα μητρότητας και όπου μητρότητα βάλτε φροντίδα, στοργή, αγάπη, το σύμπλεγμα της μη αρκετά καλής είναι εκεί. Το δικαίωμα να είναι γυναίκα εκτός ρόλων, είναι ένα δύσκολο επίτευγμα και προκαλεί ένα ενοχικό συναίσθημα, στις περισσότερες συζύγους και μητέρες. Η έννοια της αρκετά καλής μητέρας, είναι τελικά ένας αγώνας για την ίδια όσο και για το παιδί. Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει η αντίληψη της μάνας, που πρέπει να θυσιάζεται για το παιδί της και το αντίθετο αποτελεί ταμπού.

Είδαμε ότι οι πρώτοι μήνες της ζωής ενός παιδιού είναι οι πιο κρίσιμοι, μέσα στους οποίους το παιδί χρειάζεται, σχεδόν να ακυρωθούν όλες οι ανάγκες της μητέρας, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του βρέφους. Ευτυχώς όλα γίνονται μέσα στον πρώτο χρόνο. Όταν όμως το βρέφος περάσει στη φάση της εξατομίκευσης και της ικανότητας να μένει μακριά από τη μητέρα, δίχως αυτό να είναι τραυματικό, η μητέρα μπορεί να επανασυνδεθεί με την αίσθηση της ατομικότητάς της και μπορεί να επιστρέψει, για να φροντίσει τις ανάγκες της. Σχεδόν όλες οι μητέρες βιώνουν ιδιαίτερα έντονα και ενοχικά, τη μετάβαση μεταξύ συγχώνευσης και απόσχισης, σε βαθμό που το αρκετά καλή, μεταφράζεται συχνά σε ανεπαρκή. Αυτό συμβαίνει διότι τρέφουν μέσα τους την ψευδαίσθηση της τελειότητας όπως και το παιδί.

Στην αρχική συγχωνευτική φάση της μητέρας με το βρέφος, στην προσπάθειά της η μητέρα να εναρμονιστεί με τις ανάγκες του μωρού της χάνει τις δικές της. Στη συνέχεια το ίδιο το βρέφος της παραχωρεί τη δυνατότητα της σταδιακής ικανοποίησης και των δικών της αναγκών. Αυτό είναι το πρώτο βήμα της απενοχοποίησης, της μη ανταπόκρισης του διαχωρισμού της αρκετά καλής από την μη αρκετή. Η συνειδητοποίηση από την πλευρά της μητέρας, ότι είναι ένα ανθρώπινο πλάσμα με αδυναμίες, ανάγκες και ελαττώματα, χωρίς ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας, είναι η βάση μέσω της μίμησης προτύπου και βιώματος, για μια ενηλικίωση του παιδιού, με αυτονομία και ικανότητα σχετίζεσθαι. Η συνειδητοποίηση από την πλευρά του παιδιού, ότι η μητέρα έχει συναισθήματα και διαφορετικές ανάγκες και σκέψεις, είναι η βάση της δημιουργίας της ενσυναίσθησης. Όταν δηλαδή έρθει το παιδί αντιμέτωπο με τα συναισθήματα θυμού, λύπης, απογοήτευσης από τη μητέρα, ή όταν συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν όρια στις δυνατότητες, τότε στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησής του αρχίζει να αισθάνεται ότι αυτά συμβαίνουν και στους άλλους. Μαθαίνει να αντιλαμβάνεται την κατάσταση του άλλου και να μπορεί να μοιράζεται τον κόσμο του, να σέβεται τη διαφορετικότητα, ακόμα κι αν δεν την κατανοεί.  Αυτό είναι ο προθάλαμος, για μια αυτόνομη ενήλικη ζωή και έναν αυτάρκη ενσυναισθητικό ενήλικα. 

Κλείνοντας θα ήθελα να ελπίζω ότι δεν σας ενοχοποίησα ως γονείς. Εκείνο που είναι σίγουρο είναι ότι οι γονείς, ζούμε για πάντα με τις ενοχές μας, αλλά αυτό που μας κάνει αρκετά καλούς γονείς, είναι να βρισκόμαστε εδώ, να συζητάμε, να μοιραζόμαστε τις αγωνίες μας, να προβληματιζόμαστε και να προσπαθούμε να καταλάβουμε και να είμαστε πάντα εκεί για να στηρίζουμε τα παιδιά μας και να τους λέμε: «ναι, εσένα ήθελα να είσαι το παιδί μου».

Κύλιση στην κορυφή