Εισαγωγή
Η Υπαρξιακή ψυχοθεραπεία, αντλεί την προέλευσή της από τη Φροϋδική ψυχανάλυση. Η θεραπευτική της πρακτική διαμορφώνεται, κατά ένα μεγάλο μέρος, σύμφωνα με τις γενικές γραμμές των βασικών ψυχαναλυτικών πρακτικών και αρχών. Διατηρείται το ίδιο θεραπευτικό πλαίσιο και οι βασικές αρχές. Διαφοροποιείται όμως από την ψυχανάλυση σε ότι αφορά την ερμηνευτική δραστηριότητα του θεραπευτή ως προς τις ψυχοδυναμικές ερμηνείες που στηρίζονται σε ένα προκατασκευασμένο ερμηνευτικό μοντέλο, ή σε μια θεωρία των ενορμήσεων και του ψυχικού οργάνου.
Το μοντέλο της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας επιζητά να συμπεριλάβει γενικούς ανθρώπινους παράγοντες μέσα σε ένα ευέλικτο κόσμο. Θεωρώντας ένα μεγάλο μέρος της ψυχικής αρρώστιας ως αποτέλεσμα της αποτυχίας να βιώσει ή να επεξεργαστεί κανείς τα εσώτερα βιώματά του, οι υπαρξιακοί ψυχοθεραπευτές όχι μόνο δεν εμπιστεύονται τη διανοητική εξερεύνηση και ανάλυση, αλλά αποζητούν να δώσουν έμφαση στην αυθόρμητη εμπειρία των συμβάντων της ζωής. Από αυτή την άποψη, συνεχίζουν τις ιδέες που πρώτος διατύπωσε ο Αριστοτέλης, στην εξέταση εκ μέρους του της καθαρτικής αξίας του θεάτρου, την οποία επέδειξαν, μέσα από τα επιτυχημένα αποτελέσματα της «θεραπείας κάθαρσης», οι Μπρόιερ και Φρόιντ.
Αυτός ο κλάδος της ανθρωπιστικής θεραπείας που είναι γνωστός ως φαινομενολογική-υπαρξιακή ψυχοθεραπεία, ενσωματώνει τεχνικές οι οποίες εστιάζουν στην απελευθέρωση των καταπνιγμένων συναισθημάτων. Οι Ψυχοθεραπευτές ενδιαφέρονται να διευκολύνουν μια ενδοσκοπική προσοχή στο βίωμα, εντός του πλαισίου της θεραπείας. Μοιράζονται την άποψη ότι οι ασθενείς δεν θα προοδεύσουν και πολύ περισσότερο, δεν θα αυτοπραγματωθούν, εάν συζητήσουν τα προβλήματά τους με ένα αποστασιοποιημένο, αφηρημένο και διανοητικό τρόπο.Παρομοίως, θα καταφέρουν λίγα πράγματα αν επικεντρώσουν την προσοχή τους αποκλειστικά στις αντικειμενικές λεπτομέρειες και περιστάσεις του παρελθόντος τους.
Οι ασθενείς οδηγούνται στην ανακάλυψη του πώς ακριβώς αισθάνθηκαν και ερμήνευσαν μια κατάσταση και στην καλύτερη κατανόηση του τι τους οδήγησε να ανταποκριθούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο σε αυτή την κατάσταση. Ασχέτως του πόσο δυσλειτουργική μπορεί να ήταν αυτή η απόκριση, έχει τουλάχιστον κάποια λογική από την άποψη του ότι αντανακλά τα αληθινά συναισθήματα του ασθενούς ως προς το ζήτημα. Συνεπώς, με τον τρόπο αυτό ανοίγονται θεωρητικά καινούργιες επιλογές για μια μεταβολή στη συμπεριφορά. Για τους υπαρξιακούς ψυχοθεραπευτές, η θεραπευτική επικοινωνία κρατά το θέμα «παρόν», δηλαδή μέσα στη ροή όλων όσων βιώνονται κατά τη διάρκεια της συνεδρίας.
Οι ρίζες της Φαινομενολογικής-Υπαρξιακής (Daseinsanalysis) κατεύθυνσης στη ψυχοθεραπεία θα μπορούσαν να ανιχνευθούν στη περίοδο μεταξύ των δυο παγκοσμίων πολέμων. Ως φιλοσοφική πηγή της θεραπευτικής της προσέγγισης θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά ρεύματα της σύγχρονης εποχής, ο Υπαρξισμός, με νεώτερο εκφραστή του τον Σαρτρ ο οποίος έδινε βάρος στην πραγματικότητα, και παρόλο που παραδεχόταν τη λειτουργία της συνείδησης, περιέγραφε το συνειδησιακό παιχνίδι (το «δι’ εαυτόν») σαν ένα είδος επιστροφής στο απολυτοποιημένο cogito. Η «υπαρξιακή ψυχανάλυση» συγκρούεται με τη φροϋδική: ο Σαρτρ δεν μπορούσε να δεχτεί ότι μια ψυχική-εγκεφαλική περιοχή όπως το ασυνείδητο (η αντικειμενοποιητική μυθολογία) ορίζει τη συμπεριφορά μας (το αυτό). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1920-1930, υπήρξε μεγάλη κινητικότητα στο πεδίο της ψυχιατρικής που είχε να κάνει αφ’ ενός με την αυξανόμενη επιφυλακτικότητα απέναντι στη μονομέρεια του φυσικο-επιστημονικού μοντέλου εξήγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αφ’ ετέρου με την επίδραση της Φροϋδικής ψυχανάλυσης.
Στα πλαίσια αυτής της κινητικότητας εμφανίστηκαν αναζητήσεις που διαμόρφωσαν μια «ανθρωπολογική» κατεύθυνση στην ψυχιατρική και την ψυχοθεραπεία.
Ο ψυχίατρος ψυχαναλυτήςLudwig Binswanger (1881-1966) θεωρείται ο εισηγητής της Daseinsanalysis στη ψυχιατρική. Επηρεασμένος από την φαινομενολογία του Husserl (1859-1938) την οποία μελέτησε εντατικά, ονόμασε στην αρχή την νέα του προσέγγιση «φαινομενολογική ανθρωπολογία». Από το 1941 όμως, προτίμησε την ονομασία «Daseinsanalysis» καθώς τον επηρέασε αποφασιστικά το έργο του Martin Heidegger (1889-1976)και ιδίωςτο «Είναι και χρόνος» που είχε δημοσιευτεί το 1927.
Ο Binswanger ενδιαφέρθηκε κυρίως για την εφαρμογή της φαινομενολογίας στη βασική ψυχιατρική έρευνα και όχι τόσο για την ανάπτυξη μιας ψυχοθεραπευτικής μεθόδου. Αξίζει να σημειωθεί ότι είχε επηρεαστεί επίσης από τον Sigmund Freud (με τον οποίο τον είχε γνωρίσει ο Karl Jung) και στην αρχή προσπάθησε να ενσωματώσει τις Φροϋδικές ιδέες στη προσέγγισή του, εντούτοις βαθμιαία του γινόταν όλο και πιο σαφής η απόσταση που χωρίζει τη φαινομενολογία από τη ψυχανάλυση. Κατά τον Binswanger η Φροϋδική θεωρία υπακούει τελικά στους περιορισμούς του κυρίαρχου φυσικο-επιστημονικού μοντέλου θεώρησης του ανθρώπου, ως «homo natura», το οποίο, γι’ αυτόν, είναι κάτι μονόπλευρο και ανεπαρκές. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Freud και ο Binswanger διατήρησαν μια πολύ καλή σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και φιλίας, η οποία διασώθηκε και επιβίωσε παρά τις θεωρητικές τους διαφορές.
Περίπου τη δεκαετία 1950-1960, μια άλλη ψυχοθεραπευτική σχολή Daseinsanalysis άρχισε να αναπτύσσεται στη Ζυρίχη με πρωτεργάτη τον Medard Boss(1903-1990). Η νέα σχολή, ήταν έντονα επηρεασμένη από τον Binswanger -ιδίως στα αρχικά της βήματα- αλλά αργότερα διαφοροποιήθηκε από αυτόν. Στους κόλπους της βρέθηκαν ψυχαναλυτές που δεν έμεναν ικανοποιημένοι από την φροϋδική κατασκευή καθώς έβρισκαν το ψυχαναλυτικό μοντέλο πολύ μηχανιστικό και περιοριστικό. Επιπλέον, αντιμετώπιζαν με ιδιαίτερο σκεπτικισμό την τάση της Εgo-psychology που, ερχόμενη από την Αμερική, φαινόταν να επικρατεί στη διεθνή ψυχαναλυτική σκηνή εκείνη την εποχή. Τους προβλημάτιζε η τάση να θεωρείται το «Εγώ» ως ο κεντρικός τόπος σύνθεσης της προσωπικότητας, ο κατ’ εξοχήν τόπος εργασίας για τον αναλυτή, ο οποίος μάλιστα χρειάζεται να το ενισχύσει, ώστε να επανέλθει ο θεραπευόμενος με πιο «λειτουργικό» τρόπο στο πεδίο της «πραγματικότητας». Στη βάση αυτών των προβληματισμών, και παρ’ όλο που η μέχρι τότε θεραπευτική τους πρακτική ήταν αυτή της Φροϋδικής ψυχανάλυσης (ο ίδιος ο Medard Boss είχε υπάρξει θεραπευόμενος του Freud) αναζήτησαν έναν άλλο τρόπο εννόησης του ανθρώπου και της ψυχοθεραπείας. O Medard Boss, επηρεασμένος από τον Ludwig Binswanger, έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για την πρακτική εφαρμογή της φαινομενολογίας του Heidegger στη ψυχοθεραπεία και επεδίωξε προσωπική επαφή και γνωριμία με αυτόν. Δημιουργήθηκε μια στενή φιλία και συνεργασία που κράτησε μέχρι την εποχή του θανάτου του Heidegger το 1976. Η κίνηση αυτή της Υπαρξιακής Ψυχοθεραπείας στηρίχτηκε βασικά στο φιλοσοφικό κίνημα του Υπαρξισμού.
Υπαρξιστές Φιλόσοφοι
Πρώτος υπαρξιστής φιλόσοφος θεωρείται ο Σαίρεν Κίρκεγκωρ (5 Μαΐου 1813 – 11 Νοεμβρίου 1855) ο οποίος ήταν Δανός φιλόσοφος και θεολόγος του 19ου αιώνα. Στο έργο του υπογραμμίζεται μια επιτακτική ανάγκη: «για να γίνουν γόνιμοι οι καιροί που ζούμε, οφείλουν να απολακτίσουν την πολλή και ποικίλη γνώση προς χάριν της αυτογνωσίας· η εποχή μας πρέπει να σπάσει τα δεσμά της αυθεντίας και του δογματισμού και να γίνει σωκρατική, δηλαδή διαλεκτική. Αυτό μπορεί να συμβεί εφόσον πάψει η αντικειμενικότητα να γίνεται το επίκεντρο στην αναζήτηση της αλήθειας». Η σωκρατική φιλοσοφική σκέψη επηρέασε βαθιά τις ιδέες και τα έργα του.
Ο Σαίρεν Κίρκεγκωρ γεννήθηκε σε μια ευκατάστατη οικογένεια της Κοπεγχάγης. Ήταν το έβδομο τέκνο του Μίκαελ Πέντερσεν Κίρκεγκωρ συνταξιούχου εμπόρου ειδών ιματισμού και ιδιαίτερα θρησκευόμενου ατόμου. Πεπεισμένος ότι τιμωρείτο από την οργή του Θεού, πίστευε ότι κανένα από τα παιδιά του δε θα κατάφερνε να επιζήσει πέρα από τα 33 χρόνια, που ήταν η ηλικία στην οποία έφτασε ο Ιησούς Χριστός. Πίστευε ότι οι δικές του αμαρτίες, όπως η βλασφημία του ονόματος του Θεού στα νιάτα του και πιθανόν το γεγονός ότι άφησε έγκυο τη μητέρα του Σαίρεν πριν από τον γάμο τους, καθιστούσαν απαραίτητη αυτή την τιμωρία. Αν και πολλά από τα εφτά παιδιά του πέθαναν σε νεαρή ηλικία, η πρόβλεψή του αποδείχτηκε ανεπιτυχής όταν δύο από τα παιδιά του ξεπέρασαν τα 33 χρόνια. Αυτή η αρχική εμφάνιση της έννοιας της αμαρτίας και της μετάδοσής της από πατέρα σε γιο έθεσε το θεμέλιο για πολλά από τα έργα του Κίρκεγκωρ (ιδιαίτερα του έργου Φόβος και Τρόμος). Στα βιβλία του Κίρκεγκωρ δε γίνεται άμεση αναφορά στη μητέρα του, την Άννε Σαίρενσντατερ αν και επηρέασε τα μεταγενέστερα έργα του. Παρά την περιοδική θρησκευτική μελαγχολία του πατέρα του, ο Κίρκεγκωρ ήταν στενά δεμένος με αυτόν. Όντας αυτοδίδακτος και δαιμόνιος επιχειρηματίας, και παράλληλα αφοσιωμένο μέλος της Λουθηρανικής Εκκλησίας, είχε βαθιά πίστη στις αρχές του καθήκοντος και της αυτοπειθαρχίας, αρχές που μεταβίβασε στον νεαρό Κίρκεγκωρ. Ο πατέρας του Κίρκεγκωρ πέθανε στις 9 Αυγούστου 1838 σε ηλικία 82 χρονών. Πριν από τον θάνατό του, ζήτησε από τον Σαίρεν να γίνει πάστορας. Ο Σαίρεν είχε επηρεαστεί βαθιά από την θρησκευτική πείρα και ζωή του πατέρα του, και έτσι ένιωθε υποχρεωμένος να πραγματοποιήσει την επιθυμία του. Δύο ημέρες αργότερα, στις 11 Αυγούστου, ο Κίρκεγκωρ έγραψε: «Ο πατέρας μου πέθανε την Πέμπτη. Ήθελα πάρα πολύ να μπορούσε να ζήσει μερικά χρόνια ακόμη, και θεωρούσα τον θάνατό του ως την τελευταία θυσία που έκανε για χάρη της αγάπης του προς εμένα· […] Πέθανε για εμένα ώστε, αν είναι δυνατόν, να μπορέσω να γίνω κάτι». Ο Κίρκεγκωρ φοίτησε στο Σχολείο της Πολιτικής Αρετής αριστεύοντας στα Λατινικά και την Ιστορία. Το 1830, σε ηλικία 17 ετών, προχώρησε στις σπουδές θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης αλλά, ενώ βρισκόταν εκεί, στράφηκε περισσότερο προς τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Στο πανεπιστήμιο ο Κίρκεγκωρ έκανε τη διατριβή του με θέμα «Η ιδέα της ειρωνείας με συνεχείς αναφορές στον Σωκράτη». Αποφοίτησε στις 20 Οκτωβρίου 1841 με τον τίτλο του Magister Artium, που αντιστοιχεί στο σημερινό Διδακτορικό. Με την οικογενειακή κληρονομιά του, ο Κίρκεγκωρ είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει την εκπαίδευσή του, τη διαβίωσή του και διάφορες εκδόσεις των πρώτων έργων του.
Μια σημαντική πτυχή της ζωής του Κίρκεγκωρ, η οποία θεωρείται ότι άσκησε σημαντική επιρροή στο έργο του, ήταν η διάλυση του αρραβώνα του με τη Ρεγκίνε Όλσεν (1822-1904). Ο Κίρκεγκωρ συνάντησε τη Ρεγκίνε στις 8 Μαΐου 1837 και αμέσως δημιουργήθηκε μια αμοιβαία έλξη. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1840, ο Κίρκεγκωρ έκανε πρόταση γάμου στη Ρεγκίνε. Όμως, σύντομα ένιωσε να προσγειώνεται στην πραγματικότητα και μελαγχόλησε μπροστά την προοπτική του γάμου. Σε λιγότερο από έναν χρόνο, στις 11 Αυγούστου 1841, διέλυσε ο ίδιος τον αρραβώνα. Στο ημερολόγιό του αναφέρει την άποψή του ότι η «μελαγχολία» του τον καθιστούσε ακατάλληλο για γάμο, αλλά τα πραγματικά αίτια της διάλυσης του αρραβώνα παραμένουν ασαφή. Πιστεύεται γενικά ότι οι δυο τους παρέμεναν βαθιά ερωτευμένοι, πιθανώς ακόμη και μετά τον γάμο της με τον Γιόχαν Φρέντερικ Σλέγκελ (1817-1896), έναν εξέχοντα δημόσιο υπάλληλο. Τον περισσότερο καιρό η επαφή τους περιοριζόταν σε τυχαίες συναντήσεις στους δρόμους της Κοπεγχάγης. Λίγα χρόνια αργότερα ο Κίρκεγκωρ έφτασε στο σημείο να ζητήσει από τον σύζυγο της Ρεγκίνε άδεια για να μιλήσει μαζί της, πράγμα που φυσικά του αρνήθηκε ο Σλέγκελ.
Ενώ η πρώτη συγγραφική περίοδος τού Κίρκεγκωρ επικεντρώθηκε στον Χέγκελ, η δεύτερη περίοδος είχε ως επίκεντρο την υποκρισία του Χριστιανικού κόσμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι με τον όρο «Χριστιανικός κόσμος» ο Κίρκεγκωρ δεν αναφερόταν στη Χριστιανοσύνη καθαυτή αλλά στην Εκκλησία και στον τρόπο που εφαρμόστηκε η χριστιανική θρησκεία στην κοινωνία. Άλλα έργα του συνέχισαν να εστιάζουν στην επιδερμικότητα με την οποία επιχειρεί ο «όχλος» να περιορίσει και να καταπνίξει το άτομο που ξεχωρίζει. Μέρος της ανάλυσης του όχλου αποτελεί η συνειδητοποίηση του Κίρκεγκωρ ότι η χριστιανική εκκλησία, και πιο συγκεκριμένα η Εκκλησία της Δανίας, βρίσκεται σε κατάσταση παρακμής και απαθλίωσης. Θεώρησε καθήκον του σε αυτή την περίοδο της ζωής του να ενημερώσει τους άλλους σχετικά με τη ρηχότητα του αποκαλούμενου «Χριστιανικού τρόπου ζωής». Στις 2 Οκτωβρίου 1855, πριν την έκδοση του δέκατου κεφαλαίου της Στιγμής, ο Κίρκεγκωρ κατέρρευσε στο δρόμο υποφέροντας από παράλυση στα πόδια και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Η κατάσταση του είχε επιδεινωθεί εξαιτίας του εκτενούς και κοπιαστικού συγγραφικού έργου και της συμμετοχής του σε δημόσιες αντιπαραθέσεις. Στους ελάχιστους δικούς του ανθρώπους που τον επισκέπτονταν, δήλωσε: «Επιθυμώ σφόδρα να πεθάνω· δεν έχω τη βεβαιότητα πως πέτυχα να εκπληρώσω την αποστολή μου. Οι άνθρωποι ακούν καλύτερα ό,τι λέγεται από έναν νεκρό παρά από έναν ζωντανό». Στο διάστημα που παρέμεινε στο νοσοκομείο αρνήθηκε να μεταλάβει από ιερέα της Εκκλησίας, καθώς θεωρούσε τους ιερείς δημόσιους υπαλλήλους και όχι υπηρέτες του Θεού. Ο Κίρκεγκωρ πέθανε στο νοσοκομείο μετά από σαράντα μέρες πιθανόν λόγω κάποιας πάθησης στη σπονδυλική στήλη ή, σύμφωνα με άλλες πηγές, από πνευμονική λοίμωξη.
Στα έργα του υποστηρίζει ότι το να πιστεύει κανείς ότι υπάρχει ο Θεός, χωρίς να έχει αμφιβάλει ποτέ για την ύπαρξη ή την καλοσύνη του Θεού, δεν αποτελεί αξιόλογο είδος πίστης. Για παράδειγμα, δεν είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι υπάρχει το μολύβι ή το τραπέζι εφόσον μπορεί να το δει και να το αγγίξει. Παρόμοια, το να πιστεύει κανείς στο Θεό σημαίνει να έχει την επίγνωση ότι ασκεί πίστη στο Θεό παρόλο που δεν μπορεί να τον προσεγγίσει μέσω των αισθήσεών του.
Τόνισε επίσης τη σημασία της προσωπικότητας του ατόμου και τη σχέση που έχει με τον κόσμο καθώς στηρίζεται στην αντανάκλαση του ίδιου του εαυτού της και στην ενδοσκόπηση. Ο Κίρκεγκωρ παρουσιάζει στα έργα του τρεις κοσμοθεωρητικές κινήσεις: την αισθητική, την ηθική και τη θρησκευτική. Με αυτές δηλώνει τρεις αντίστοιχους τρόπους, σφαίρες ή στάδια ύπαρξης που μπορεί να βιώνει ο άνθρωπος. Δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι ο άνθρωπος ανήκει αποκλειστικά σε μία από αυτές τις «σφαίρες ύπαρξης» καθώς σε διάφορες φάσεις ή στάδια της ζωής του μπορεί να μετακινείται από τη μία στην άλλη.
Τα έργα του Κίρκεγκωρ δεν έγιναν ευρύτερα διαθέσιμα στο κοινό παρά μόνο μερικές δεκαετίες μετά το θάνατό του. Η φήμη του ως φιλοσόφου αυξήθηκε θεαματικά τη δεκαετία του 1930, κυρίως λόγω του ανερχόμενου τότε υπαρξιστικού κινήματος το οποίο τον υπoδείκνυε ως προπομπό του, αν και θεωρείται πλέον αφ’ εαυτού ένας ιδιαίτερα σπουδαίος στοχαστής, ο οποίος άσκησε μεγάλη επίδραση στην επιστήμη της ψυχολογίας και είναι ουσιαστικά ο θεμελιωτής της χριστιανικής ψυχολογίας και της υπαρξιακής ψυχολογίας και θεραπείας. Μεταξύ των υπαρξιστών (ή, αλλιώς, «ανθρωπιστών») ψυχολόγων και ψυχοθεραπευτών-Λούντβιχ Μπίνζβανγκερ (Ludwig Binswanger), Βίκτορ Φρανκλ (Victor Frankl), Έριχ Φρομ (Erich Fromm), Καρλ Ρότζερς (Carl Rogers), ο Ρόλο Μέι (Rollo May) βάσισε το έργο του Το Νόημα της Αγωνίας (The Meaning of Anxiety) στο έργο του Κίρκεγκωρ «Η Έννοια της Αγωνίας». Ο Κίρκεγκωρ προέβλεψε την υστεροφημία του και προείδε ότι το έργο του θα γινόταν αντικείμενο έντονης μελέτης και έρευνας. Στα ημερολόγία του είχε γράψει: «Η εποχή μας δε χρειάζεται κάποια μεγαλοφυία —έχει αρκετές μεγαλοφυίες, αλλά έναν μάρτυρα, ο οποίος για να διδάξει τους ανθρώπους να υπακούν θα γίνει ο ίδιος υπάκουος μέχρι θανάτου. Η εποχή μας χρειάζεται αφύπνιση. Έτσι, κάποια μέρα, όχι μόνο τα γραπτά μου αλλά όλη η ζωή μου, όλο το περίπλοκο μυστήριο του συστήματός μου θα μελετάται ξανά και ξανά. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τον τρόπο που με βοηθάει ο Θεός και έτσι η τελευταία μου ευχή θα είναι όλα να είναι προς δόξαν Του».
Τα έργα του Κίρκεγκωρ επηρέασαν βαθύτατα το Γερμανό φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ (Martin Heidegger, 26 Σεπτεμβρίου 1889 – 26 Μαΐου 1976) ο οποίος υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές αλλά και αμφισβητούμενες προσωπικότητες του εικοστού αιώνα. Από τη μια πλευρά ο ενεργός του ρόλος, ως πρύτανη και συμβούλου σε θέματα παιδείας στη ναζιστική Γερμανία και οι (σύμφωνα με τη γνώμη των επικριτών του) ρατσιστικές του αντιλήψεις, κι από την άλλη η βαρύτητα του φιλοσοφικού του έργου, που επηρέασε τον υπαρξισμό, και γέννησε θερμούς υποστηρικτές και φανατικούς επικριτές. Η σημαντικότερη μαθήτριά του ήταν η Χάνα Άρεντ, με την οποία είχε μάλιστα μια ερωτική περιπέτεια στα χρόνια της δεκαετίας του ’20. Μαθητής του πατέρα της φαινομενολογίας Χούσερλ, ο Χάιντεγκερ θεωρείται ο θεμελιωτής του υπαρξισμού, αν και ο ίδιος ποτέ δεν αποδέχτηκε αυτόν τον χαρακτηρισμό. Ξεκινώντας από το κορυφαίο Πλατωνικό ερώτημα «τί ποτε βούλεσθαι σημαίνειν όποταν όν φθέγγησθε» (τι εννοούμε όταν λέμε ον) προσπάθησε να εξετάσει την έννοια του όντος προσδιορίζοντας κατ’ αρχήν την ανθρώπινη ύπαρξη, το υποκείμενο δηλαδή που καλείται να κατανοήσει αυτήν την έννοια. Απέφυγε όμως να δώσει έναν ορισμό καθώς για να οριστεί το Είναι, πρέπει να χρησιμοποιηθεί το ίδιο το Είναι (είτε εκφράζοντας είτε υπονοώντας το) μέσα στον ίδιο τον ορισμό του. «Το ότι δεν μπορεί όμως να δοθεί ορισμός για το είναι δεν μας απαλλάσσει από το ερώτημα για το νόημά του».
Το είναι (η ύπαρξη) αντικατοπτρίζει αυτό που υπάρχει. Προκύπτει από το ρήμα «ειμί» (είμαι, λατ. esse) και είναι φιλοσοφική έννοια, η οποία εκφράζει και εμπεριέχει όλες τις έννοιες της ύπαρξης, του προγεγραμμένου, του συνόλου, και της ανώτατης θεότητας. Εκφράζει επίσης την ανώτατη θεότητα, την οικουμένη, το αιώνιο, αέναο, την ουσία, και το σύμπαν ολόκληρο. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι ο Παρμενίδης υποστήριξε πως το «είναι» χρησιμοποιείται λανθασμένα στην καθημερινότητα για πράγματα που δεν υπάρχουν, όπως το σκοτάδι ή η σιωπή, ενώ θα έπρεπε να αντικατοπτρίζει με απόλυτο τρόπο την ύπαρξη. Η φημισμένη φράση που χρησιμοποίησε είναι: «το είναι υπάρχει, το δεν είναι δεν υπάρχει».
Επίσης κατά τον Αριστοτέλη η ουσία του όντος αντανακλά αφηρημένα το σύνολο των αναγκαίων ιδιοτήτων του που καθορίζουν επακριβώς αυτό που είναι. Η «ουσία» ενός πράγματος είναι που καθορίζει πως αυτό «είναι» για παράδειγμα μια καρέκλα, και κάθε καρέκλα, κατά συνέπεια, οφείλει να περιέχει αυτή την «ουσία», για να «είναι» τέτοια.
Η «ουσία» ενός πράγματος (όντος) καθορίζει το «είναι» του. Χωρίς αυτή την περιγραφή της πιο εσωτερικής φύσης του, το ον σταματά να είναι αυτό που είναι και παύει να υπάρχει ως τέτοιο. Η ύπαρξη πλέον ταυτίζεται με την ουσία, αυτό δηλαδή που παρά τη μεταβολή παραμένει αμετάβλητο. Οι αρχαίοι Έλληνες σοφιστές καταλήγουν στις παρακάτω τρεις μηδενιστικές υποθέσεις:
Δεν υπάρχει τίποτα.
Ακόμα κι αν υπάρχει κάτι, είναι αδύνατο να το καταλάβει κανείς.
Ακόμα κι αν υπήρχε κάτι και κάποιος μπορούσε να το καταλάβει, δεν θα μπορούσε να το δώσει στους άλλους να το καταλάβουν.
Επιστρέφουμε στον Χάιντεγκερ, ο οποίος πίστευε ότι η ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης είναι το ότι κατανοεί το Είναι. Ο άνθρωπος που κατανοεί το Είναι, είναι για τον Χάιντεγκερ ένα ον, που είναι αυτό που είναι, συν τη δυνατότητά του να γίνει κάτι που ακόμα δεν είναι. Είναι δηλαδή ένα ον μπροστά από τον εαυτό του, ένα ον καθ’ υπέρβαση, που στοχεύοντας πέρα από αυτό που είναι, επιδιώκει να γίνει αυτό που δεν είναι ακόμα. Η υπερβατικότητα, η έκσταση, που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, είναι περιορισμένη εντός των ορίων του κόσμου στον οποίο βρίσκεται. Ο άνθρωπος ως ύπαρξη που υπερβαίνει το Είναι του μέσα στον κόσμο ονομάζεται από τον Χάιντεγκερ Εδωνά Είναι (Dasein στο πρωτότυπο του κορυφαίου του έργου Είναι και Χρόνος). Κατά τον Χάιντεγκερ, ο άνθρωπος γνωρίζει πραγματικά τον εαυτό του μόνο όταν αντιμετωπίζει το θάνατο ή μια μεγάλη συμφορά. Η ασημαντότητα της καθημερινότητας πλημμυρίζει τη ζωή μας και ακόμα και οι πιο έξυπνοι από μας βυθίζονται μέσα της ως τη στιγμή που μια κρίση θα τους σοκάρει και θα τους ξυπνήσει.
Ο Heidegger απορρίπτει τη «φαινομενολογική μέθοδο» του Husserl, στο βαθμό που ο τελευταίος προϋποθέτει μια θεμελιακή αρχή, μια απόλυτη και αυταπόδεικτη αφετηρία την οποία αδυνατεί να αντιληφθεί ο ίδιος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση. Ο Heidegger, προτείνει έναν άλλο τρόπο σκέψης η οποία μπορεί να θέτει διαρκώς τις αρχές της σε διερώτηση και επανεξέταση, την «ερμηνευτική φαινομενολογία».
Συνέχεια στις φιλοσοφικές του σκέψεις βρίσκουμε στη φιλοσοφία του Σαρτρ ο οποίος επηρέασε περισσότερο την Αμερικάνικη υπαρξιακή σχολή ψυχοθεραπείας. Ο Σαρτρ γόνος αστικής οικογενείας, γεννήθηκε το 1905 και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Παρίσι, στο σπίτι των παππούδων του από την πλευρά της μητέρας του. Ο στρατιωτικός πατέρας του είχε πεθάνει από κίτρινο πυρετό λίγο μετά τη γέννηση του. Όταν η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, μετακόμισε με τον πατριό του στη Λα Ροσέλ μέχρι το 1921 οπότε επέστρεψε άρρωστος στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του σε καλύτερο σχολικό περιβάλλον.
Συνέχισε τη φοίτησή του στο κλασσικό λύκειο Henri–IV όπου γνώρισε τον καλύτερο του φίλο, τον Πωλ Νιζάν, με τον οποίο απολάμβαναν μία ανέμελη εφηβεία. Προετοιμάστηκαν μαζί και επέτυχαν την εισαγωγή τους στην περίφημη École Normale Supérieure. Εκεί περιτριγυρισμένος από τον ανθό της γαλλικής διανόησης, ο Σαρτρ έγινε πολύ δημοφιλής και ανέπτυξε την επαναστατική του φύση. Πήρε τελικά το πτυχίο φιλοσοφίας το 1929, αφού απέτυχε στις εξετάσεις της προηγούμενης χρονιάς. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης χρονιάς της προετοιμασίας του, συνάντησε τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ, την κατοπινή ισόβια σύντροφό του.
Παρόλο που προσπάθησε να φύγει αμέσως στο εξωτερικό ως διδάσκων, πρωτοδιορίστηκε στη Χάβρη. Η επαφή του με τους μαθητές θα είναι ζεστή και ειλικρινής από την πρώτη στιγμή, θα του κληροδοτήσει την αγάπη προς την εφηβεία και θα επιτείνει την τάση του προς την αντίδραση. Μεταξύ 1933-34 μετακινήθηκε στο γαλλικό ινστιτούτο του Βερολίνου, και είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με τη φαινομενολογία του Χούσερλ. Το 1937 μετατέθηκε στο Κολλέγιο του Νεϊγί στο Παρίσι και σημείωσε την πρώτη λογοτεχνική επιτυχία του με τη “Ναυτία” (1938). Ακολούθησε το περίφημο έργο του Ο Τοίχος(1939) η συλλογή πέντε διηγημάτων που γνώρισε ενθουσιώδη υποδοχή από το κοινό και την κριτική της εποχής του, προκαλώντας ταυτόχρονα σκάνδαλο στην αστική τάξη, λόγω της προκλητικότητας της γραφής και των θεμάτων που πραγματεύεται. Εδώ εκφράζει με αριστοτεχνικό τρόπο τη φιλοσοφική του θεώρηση για την απομόνωση και την έλλειψη νοήματος της ζωής του ανθρώπου.
Πέθανε στις 15 Απριλίου 1980 σε ηλικία 75 ετών στο Παρίσι από πνευμονικό οίδημα. Στην κηδεία του, που έγινε στις 19 Απριλίου 1980, συνέρρευσαν 50.000 άνθρωποι για να τιμήσουν για τελευταία φορά το μεγάλο φιλόσοφο. Η τελευταία κατοικία του Σαρτρ και της συντρόφου του Σιμόν ντε Μπωβουάρ, βρίσκεται στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς στο Παρίσι.
Συνοψίζοντας τελείως επιγραμματικά τα βασικά σημεία της θεωρίας του, ο Σαρτρ υποστήριξε την ανυπαρξία του θείου και τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής του ατόμου. Είπε για τον άνθρωπο πως « είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος» και τον έφερε αντιμέτωπο με τις πράξεις του, αποδίδοντάς του την αποκλειστική ευθύνη για αυτές. Άλλωστε θεωρούσε ότι ανεξαρτήτως των συνθηκών καθένας κρίνεται μόνο από τις πράξεις του, που επιπλέον είναι και μη αναστρέψιμες. Εξάλλου η -συχνά εφιαλτική- κρίση των άλλων μόνο σε αυτές μπορεί να βασιστεί και όχι στις προθέσεις ενός ατόμου. Ως ιδανικό τίθεται η ελευθερία επιλογής της δράσης και η ανάληψη της ευθύνης που αναλογεί σε κάθε άνθρωπο. Η σκέψη που προβάλλει την ύπαρξη (existence) σε αντιπαραβολή και αντίθεση με την ουσία (essence) ανέτρεψε τη φιλοσοφία του Θωμά του Ακινάτη και φάνηκε να ταιριάζει στον σύγχρονο άνθρωπο, τον άνθρωπο χωρίς θεό. Ο υπαρξισμός φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις πράξεις του, αποδίδοντάς του την αποκλειστική ευθύνη γι’ αυτές: ανεξαρτήτως των συνθηκών ο καθένας κρίνεται μόνο από τις πράξεις του που επιπλέον είναι μη αναστρέψιμες. Εξάλλου η -συχνά εφιαλτική- κρίση των άλλων μπορεί να βασιστεί μόνο στις πράξεις: δεν μπορεί να βασιστεί στις προθέσεις. Ως ιδανικό τίθεται η ελευθερία επιλογής της δράσης και η ανάληψη της ευθύνης που αναλογεί στον καθένα. Ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα όντα επειδή χαρακτηρίζεται κατά τρόπο μοναδικό από τη συνείδηση και από την ελευθερία του. Τι είναι η αυτή η “ελευθερία” και πώς ορίζεται; ο Σαρτρ απαντάει πως πρόκειται για ελευθερία «εν καταστάσει», δηλαδή εξαρτάται από μια κατάσταση συνθηκών και όρων οι οποίοι προηγούνται της ελεύθερης δράσης. Έτσι, συνίσταται κατά κύριο λόγο σε ένα σχέδιο για το μέλλον: ο άνθρωπος ορίζεται από το σχέδιό του και είναι ελεύθερος στον βαθμό που προσδίδει μια σημασία στην κατάσταση, ώστε είτε την αποδέχεται, είτε την τροποποιεί. Ενώ τα πράγματα είναι, ο άνθρωπος υπάρχει.
Ενώ οι προηγούμενοι φιλόσοφοι που αναφέραμε θεωρήθηκαν θεμελιωτές του υπαρξισμού, ο Σαρτρ ήταν αυτός που τον έφερε στο προσκήνιο και δημιούργησε το ομώνυμο γαλλικό κίνημα, υποστηρίζοντας και εικονογραφώντας τις ιδέες του με πληθώρα έργων από διαφορετικά λογοτεχνικά είδη. Ο Υπαρξισμός (existentialisme) είναι το κίνημα της σκέψης που προέβαλε την ύπαρξη (existence) σε αντιπαραβολή και αντίθεση με την ουσία (essence).
Η ουσία ως όρος προκύπτει από τη μετοχή του ρήματος «είναι» και δηλώνει τη φύση που χαρακτηρίζει το ον (αυτό που υπάρχει) σαν να ήταν αυτή πραγματική όσο το ίδιο το ον. Η ουσία του κάθε πράγματος είναι ο συγκερασμός των ιδιοτήτων που το χαρακτηρίζουν, που το κάνουν να είναι αυτό που είναι. Ως όρος χρησιμοποιείται από την αρχαία ελληνική γλώσσα ως και σήμερα. Η ουσία πραγματεύεται την ύπαρξη στο νοητικό πεδίο, αφαιρετικά από αυτό που καθορίζουν ως ον οι αισθήσεις και η εμπειρία. Κι ενώ είναι εύκολο να δει κανείς πως η «κοκκινότητα» είναι η ουσία του κόκκινου χρώματος, η προσπάθεια διατύπωσης της ουσίας ενός απλού αντικειμένου όπως ένα βιβλίο ή μια καρέκλα δεν είναι τόσο εύκολη. Ένα βιβλίο θα μπορούσε να είναι το χάρτινο κατασκεύασμα που έχει σχήμα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, αποτελείται από πολλές παράλληλες σελίδες, με τις δύο ακριανές πιο σκληρές ως εξώφυλλα, που συρράπτονται όλες μαζί στη μία του πλευρά ώστε να επιτρέπεται το ξεφύλλισμα και το διάβασμα του κειμένου που περιέχεται στις σελίδες του. Ένα άλλο βιβλίο θα μπορούσε να έχει πλαστικές σελίδες, αυτές να έχουν κολληθεί αντί να συρραφτούν και αντί τυπωμένα γράμματα να περιέχει ανάγλυφες κουκίδες που κάνουν δυνατή την ανάγνωση με την αφή. Η ουσία όμως του βιβλίου χαρακτηρίζεται από τις ιδιότητες που έχουν όλα τα βιβλία. Έτσι η ουσία του βιβλίου ενδεχομένως να είναι «το αντικείμενο που αποτυπώνει πληροφορία ή γνώση σε σελίδες που στοιβάζονται η μία παράλληλα στην άλλη, με αρχή και τέλος (πρώτη και τελευταία σελίδα), δεμένες με τρόπο που δίνει τη δυνατότητα να το ξεφυλλίζει ένας άνθρωπος με το χέρι και να μπορεί να ανασύρει από αυτό με σειρά από σελίδα σε σελίδα τις πληροφορίες που περιέχει, χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις του».
Η ουσία αντιμετωπίστηκε ως απατηλό δημιούργημα του φιλοσοφικού στοχασμού που παρέβλεπε μέχρι τότε το άμεσο και οδυνηρό δεδομένο της ύπαρξης εξ ου και η ρήση του Σαρτρ «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας» (L’existence précède l’essence) που σημαίνει, επιγραμματικά, ότι θεός δεν υπάρχει κι ότι το άτομο είναι απολύτως ελεύθερο να κάνει τις επιλογές του.
Υπαρξιακοί Ψυχοθεραπευτές
Επηρεασμένος βαθύτατα από τις κυριαρχούσες απόψεις του κινήματος του Υπαρξισμού ο Ρόναλντ Ντ. Λάινγκ γεννήθηκε στη Γλασκώβη το 1927 και φοίτησε στο εκεί πανεπιστήμιο, απ’ όπου πήρε πτυχίο Ιατρικής το 1951. Από το 1951 έως το 1953 εργάστηκε ως ψυχίατρος στο βρετανικό στρτό και κατόπιν στο Βασιλικό Ψυχιατρικό Ίδρυμα της Γλασκώβης (1955), στο τμήμα Ψυχολογικής Ιατρικής του πανεπιστημίου της ίδιας πόλης (1956) και στην Κλινική Τάβιστοκ (1957-1961). Υπήρξε διευθυντής της Κλινικής Λάνγκαμ του Λονδίνου (1962-1965). Από το 1961 έως το 1967, ως υπότροφος του Ιδρύματος Υποτροφιών Ψυχιατρικών Ερευνών, διεξήγαγε έρευνες που αφορούσαν στην οικογένεια σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Ανθρωπίνων Σχέσεων Τάβιστοκ, ενώ αργότερα διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλαδέλφια, ενός μη κερδοσκοπικού ιδρύματος που ασχολείται με την ανάπτυξη πρακτικής στρατηγικής σε περιτπώσεις κοινωνικών επεμβάσεων βάσει των θεωρητικών θέσεων που επεξεργάστηκαν οι Νταίηβιντ Κούπερ, Γκρέγκορυ Μπαίητσον, Ρος Σπεκ και άλλοι. Ως ψυχαναλυτής και ψυχίατρος έκανε έρευνες που αφορούν ιδιαίτερα στη σχιζοφρένεια, στα διάφορα είδη οικογενειών και στις ποικιλόμορφες ανθρώπινες εμπειρίες, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνεται και αυτή που διαμορφώνεται από ναρκωτικά που διευρύνουν τη συνείδηση, όπως η μεσκαλίνη και το LSD-25. Πέθανε στις 23 Αυγούστου 1989 από καρδιακή ανακοπή.
Ο Λαινγκ δε χρησιμοποιεί ποτέ στα βιβλία του ψυχιατρικές διαγνώσεις. Πιστεύει ότι η ψυχωτική κατάσταση οφείλεται βασικά στην αποτυχία επικοινωνίας. Συνήθως οι ψυχίατροι εκτιμούν τα άτομα με βάση τα συμπτώματα που παρατηρούν χωρίς να προσπαθούν να μάθουν με ποιο τρόπο το ψυχωτικό άτομο βλέπει και αισθάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο. Ο Λαινγκ δημιούργησε ένα νέο επαναστατικό τρόπο προσέγγισης ο οποίος έχει ένα κοινωνικό και πολιτικό νόημα και διαφέρει από το συμβατικό τρόπο. Ο ίδιος εμπνέεται από τη σκέψη των κλασσικών υπαρξιακών ψυχοθεραπευτών της Ευρώπης και βασίζει την εργασία του στην προσωπική του εμπειρία ως ψυχίατρος και ψυχαναλυτής. Επισημαίνει ότι η προσέγγισή του δεν αποτελεί άμεση εφαρμογή καμιάς καθιερωμένης Υπαρξιακής φιλοσοφίας. Υπάρχουν τονίζει σημαντικά σημεία απόκλισης από το έργο των Kierkegaard, Jaspers, Heidegger, Binswager και Tillich, αλλά ομολογεί την πνευματική του εξάρτηση απέναντι στην υπαρξιακή παράδοση και ιδιαίτερα απέναντι στον Σαρτρ.
Ως προς τον Φρόυντ λέει ότι σύμφωνα μ’ εκείνον ο πολιτισμός είναι καταπιεστικός. Υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στις απαιτήσεις για συμμόρφωση και στις απαιτήσεις της ενστικτικής καθαρά σεξουαλικής ενλεργειάς μας. Ο Φρόυντ δεν έβλεπε εύκολη λύση αυτής της διαμάχης και έφτασε στο συμπέρασμα ότι στην εποχή μας η δυνατότητα για απλή φυσική αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους έχει ήδη εξαλειφθεί. Δεν είναι καθόλου παράξενο για τον Λαινγκ ότι μέσα σε ένα κόσμο μονοδιάστατων ανθρώπων το άτομο που έχει μια εμπειρία κι άλλων διαστάσεων κινδυνεύει είτε να καταστραφεί από τους άλλους, είτε να προδώσει τα όσα γνωρίζει. «Ένας άνθρωπος που ισχυρίζεται ότι οι άνθρωποι είναι μηχανές μπορεί να είναι μεγάλος επιστήμονας. Ένας άνθρωπος που ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι μηχανή είναι στην ψυχιατρική ορολογία αποπροσωποποιημένος». Στο βιβλίο του «ο Διχασμένος εαυτός», επιχειρεί μια υπαρξιακή φαινομενολογική θεώρηση ορισμένων σχιζοειδών και σχιζοφρενικών προσώπων. Η υπαρξιακή φαινομενολογία σύμφωνα με τον Λαινγκ επιχειρεί να προσδιορίσει τη φύση της εμπειρίας που έχει ένα πρόσωπο σχετικό με τον κόσμο του και τον εαυτό του. Στόχος της προσπάθειάς του δεν είναι τόσο να περιγράψει ορισμένα αντικείμενα της εμπειρίας του ατόμου, όσο να εντάξει όλες τις ιδιαίτερες εμπειρίες του στο πλαίσιο του «είναι –στον- κόσμο του». «Τα τρελά πράγματα που λέει και κάνει ο σχιζοφρενικός παραμένουν στην ουσία ανεξήγητα αν δεν κατανοηθούν τα υπαρξιακά τους πλαίσια……
Ο αρχικός τρόπος θεώρησης ενός πράγματος καθορίζει όλες τις υπόλοιπες δοσοληψίες μαζί του. Στο παρακάτω σχήμα υπάρχει κάτι στο χαρτί που μπορούμε να το δούμε είτε ως αγγείο είτε ως δύο αντιμέτωπα πρόσωπα.
Δεν υπάρχουν δύο πράγματα στο χαρτί. Υπάρχει ένα μόνο, ανάλογα με το πώς μας φαίνεται βλέπουμε δυο διαφορετικά αντικείμενα. Η σχέση των μερών προς το όλον στο ένα αντικείμενο είναι εντελώς διαφορετική από τη σχέση των μερών προς το όλον στο άλλο αντικείμενο. Στη γλώσσα της υπαρξιακής φαινομενολογίας ο άλλος θεωρημένος ως πρόσωπο ή ως οργανισμός είναι αντικείμενο διαφορετικών αναφορών. Δε συνυπάρχουν δυο διαφορετικές ουσίες: ψυχή και σώμα αλλά δυο μορφές (gestalt): πρόσωπο και οργανισμός .η περιγραφή του άλλου ως οργανισμός διαφέρει από την περιγραφή του ως πρόσωπο, όσο και η περιγραφή της πλευράς του αγγείου από το περίγραμμα του προσώπου.
Το να βλέπεις και να ακούς έναν άρρωστο σα σημεία σχιζοφρένειας, σα νόσο, διαφέρει από το να τον βλέπεις και να τον ακούς σαν ανθρώπινο όν. Οι δυο αυτοί τρόποι αντιστοιχούν στο ανωτέρω παράδειγμα της διφορούμενης εικόνας.
Ο Λαινγκ κατηγορήθηκε ότι αποθεώνει τη σχιζοφρένεια. Αντίθετα την εξανθρωπίζει. Και σ’ αυτό τον εξανθρωπισμό τα λόγια του έχουν την πνοή του Τόμας Μαν και του Ντοστογιέφσκι από τη λογοτεχνία και τη διαπροσωπική θεωρία του Χάρυ τακ Σάλλιβαν με μια υπαρξιακή φαινομενολογική θεμελίωση, από την ψυχιατρική. «Οποιαδήποτε θεωρία δεν είναι θεμελιωμένη στην ανθρώπινη φύση είναι ψέμα και προδοσία του ανθρώπου».
Στην υπαρξιακή φαινομενολογία, η ύπαρξη αναφέρεται ή στη δική μας, ή στην ύπαρξη του άλλου. Όταν ο άλλος είναι ο άρρωστος, τότε η υπαρξιακή φαινομενολογία επιχειρεί να ανασυνθέσει τον τρόπο με τον οποίο ο άρρωστος -είναι -στον κόσμο- του- αν και στη θεραπευτική σχέση το βάρος πιθανό να πέφτει στον τρόπο με τον οποίο –είναι –με- εμένα. Προτείνει λοιπόν ότι η υγεία ή η ψύχωση κρίνεται από το βαθμό σύζευξης ή διάζευξης μεταξύ δυο ανθρώπων από τα οποία το ένα είναι κατά γενική ομολογία υγιές. Το βασικό κριτήριο για το αν ο άρρωστος είναι ή δεν είναι ψυχωσικός είναι η έλλειψη συμφωνίας ή ασυμφωνίας και σύγκρουσης μεταξύ εκείνου και του υγιούς. Ένα υγιές άτομο έχει φτάσει στην απόκτηση ταυτότητας. Στη σχέση του ατόμου με κάποιον άλλο απαιτείται να έχει σταθερή αίσθηση της αυτόνομης ταυτότητας του. Διαφορετικά η οποιαδήποτε σχέση απειλεί να του στερήσει την ταυτότητά του, όπως συμβαίνει στον ψυχωσικό όπου η αβεβαιότητα που νιώθει για την αυτονομία του, προξενεί το φόβο μήπως η σχέση του στερήσει την ταυτότητά του.
Σύμφωνα με τον Λαινγκ η σχιζοφρένεια είναι μια στρατηγική που αναγκάζονται να επιλέξουν ορισμένα άτομα για να επιβιώσουν σ’ εναν αλλοτριωμένο κόσμο. Αναφέρεται συχνά στα βιβλία του στο θέμα της «απολίθωσης» του αρρώστου όπως συμβαίνει στην κατατονία. Περιγράφει ασθενείς που όταν οι άλλοι τους έβλεπαν ως ανώνυμο πρόσωπο, σαν κάποιον χωρίς σημασία, ή σαν πράγμα, τότε δεν ήταν κανένας, Κάτι τέτοιο τους «απολίθωνε».
Θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το «δωμάτιο» το δεύτερο διήγημα από τον «Τοίχο» του Σαρτρ όπου περιγράφει τη συμβιωτική σχέση ενός ζευγαριού και παραπέμπει στις απόψεις του Λαινγκ. Το διήγημα ξεκινά με τη γηραιά αφηγήτρια που είναι καθηλωμένη στο δωμάτιό της, και την οποία επισκέπτεται ο σύζυγός της για να της παραπονεθεί για την κόρη τους, επειδή έχει παντρευτεί έναν τρελό. Η κόρη που εμφανίζεται ψυχικά υγιής, ενσυνείδητα μένει στο πλευρό του ψυχωσικού συζύγου, ο οποίος την αποκαλεί Άγκαθα ενώ το όνομά της είναι Εύα. Εκείνος κλεισμένος σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο με κλειστές κουρτίνες περιμένει τα «αγάλματα» που έρχονται κάποια στιγμή μέσα στη μέρα.
«Η Εύα σκέφτηκε ξαφνικά με κάποια περηφάνια ότι δεν είχε πια θέση πουθενά. «Οι φυσιολογικοί νομίζουν ακόμα ότι είμαι απ’ τους δικούς τους. Μα εγώ δε θα μπορούσα να μείνω ούτε ώρα ανάμεσά τους. Εγώ το ΄χω ανάγκη να ζω εκεί κάτω, από την άλλη αυτού του τοίχου. Όμως εκεί κάτω δε με θέλουν…..
-Σ’ αγαπώ πολύ Άγκαθα της είπε. Αλλά δεν μπορώ να σε καταλάβω. Γιατί μένεις συνέχεια μέσα στην κάμαρα; Η Εύα δεν απάντησε.
-Πες μου γιατί.
-Το ξέρεις καλά ότι σ’ αγαπώ είπε εκείνη ξερά.
-Δε σε πιστεύω είπε ο Πιερ. Γιατί να μ’ αγαπάς; Θα πρέπει να σου προξενώ φρίκη: έχω μανίες καταδίωξης. Χαμογέλασε αλλά μεμιάς έγινε σοβαρός.
-Υπάρχει ένας τοίχος ανάμεσα σε σένα και σε μένα. Σε βλέπω σου μιλάω, αλλά εσύ είσαι από την άλλη μεριά. Τι μας εμποδίζει ν’ αγαπιόμαστε;…..
-Σωπάστε φώναξε. Αφουγκράστηκε μια στιγμή.
-Θ έρθουν είπε σκυθρωπά.
Η Εύα αναπήδησε.
-Θα έρθουν; Νόμιζα ότι δε θα ξανάρχονταν ποτέ πια. Εδώ και τρεις μέρες ο Πιερ ήταν πιο ήρεμος. Τα αγάλματα δεν είχαν έρθει……
Όχι πολύ μακριά της ο Πιερ ανάσαινε βαριά. «Πετάνε βουίζουν σκύβουν από πάνω του.» αισθάνθηκε κάτι σα γαργαλητό μια ενόχληση στον ώμο και στο δεξί της πλευρό……
Ξαφνικά έτριξε το πάτωμα και την έπιασε μια τρελή επιθυμία ν’ ανοίξει τα μάτια, να κοιτάξει δεξιά της και να κάνει μια κίνηση με το χέρι της σα για να διώξει κάτι. Δεν έκανε τίποτα. Κράτησε τα μάτια κλειστά και μια στυφή χαρά την έκανε να ριγήσει. «Κι εγώ επίσης φοβάμαι» είπε. Έσκυψε προς τον Πιερ χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια. Αρκούσε μια τόση δα προσπάθεια και για πρώτη φορά θα’ μπαινε σ’ αυτό τον τραγικό κόσμο. «Φοβάμαι τα αγάλματα» σκέφτηκε. Ήταν μια επιβεβαίωση τυφλή και παράφορη, μια μαγική επίκληση με όλες της τις δυνάμεις ήθελε να πιστέψει στην παρουσία τους. Τον τρόμο που παρέλυε τη δεξιά πλευρά της προσπαθούσε να τον κάνει μια νέα αίσθηση, μια αφή. Στο μπράτσο της στο πλευρό της και στον ώμο της αισθανόταν το πέρασμά τους…..».
Ο Ρόλλο Μαίη (Rollo Reece May April 21, 1909 – October 22, 1994) αμερικανός υπαρξιακός ψυχολόγος επηρεάστηκε βαθιά από τους Ευρωπαίους Υπαρξιστές Φιλοσόφους, αλλά και από το στενό του φίλο γερμανό φιλόσοφο και θεολόγο Πωλ Τίλλιχ, ο οποίος θεωρείται ως ο σημαντικότερος θεολόγος του 20ου αιώνα. Τα έργα του Μαίη (Το νόημα του άγχους, Αγάπη και Επιθυμία) βασίστηκαν στο αντιπροσωπευτικότερο έργο του Τίλλιχ, «The Courage to Be».
Ο Μαίη γεννήθηκε στο Οχάιο τον Απρίλιο του 1901. Πέρασε δύσκολη παιδική ηλικία, όταν οι γονείς του χώρισαν και η αδερφή του διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια. Ήταν ο πρώτος γυιος της οικογένειας με έξι παιδιά. Η μητέρα του άφηνε συχνά τα παιδιά να φροντίζουν τον εαυτό τους και αναλαμβάνωντας τη σχιζοφρενική αδερφή του έγινε νωρίς ένα υπεύθυνο άτομο.
Η εκπαίδευσή του ξεκίνησε από το Michigan State University όπου σπούδαζε Αγγλικά αλλά αποβλήθηκε λόγω της συμμετοχής του σε ένα ριζοσπαστικό φοιτητικό περιοδικό. Συνέχισε τις σπουδές του στο Oberlin College και έλαβε ένα bachelor’s degree στα Αγγλικά. Ήρθε στην Ελλάδα όπου δίδαξε τρία χρόνια στο Αμερικάνικο κολλέγιο της Θεσσαλονίκης. Έπειτα μαθήτευσε στον ψυχοθεραπευτή Alfred Adler από τον οποίο επηρεάστηκε στις θεωρητικές του θέσεις. Λίγο μετά την επιστροφή του στις ΗΠΑ ορίστηκε υπουργός αλλά εγκατέλειψε το υπουργείο για να ακολουθήσει σπουδές στην ψυχολογία. Διαγνώστηκε με φυματίωση το 1942 και πέρασε 18 μήνες σε σανατόριο. Στη συνέχεια πήρε πτυχίο θεολογίας και τελικά έκανε διδακτορικό στην κλινική ψυχολογία στο Teachers College, Columbia University το 1949. Πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στην ηλικία των 85 ετών περιστοιχιζόμενος από τη γυναίκα του Τζώρτζια και φίλους. Οι θεολογικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις του Ρ. Μαίη συνοψίζονται στο περίφημο βιβλίο του Existence, όπου κάνει μια αναδρομή στους μεγάλους ευρωπαίους υπαρξιακούς φιλόσοφους, στοχαστές, ζωγράφους και ψυχοθεραπευτές.
Ένα θέμα που κυριάρχησε στις υπαρξιακές αναζητήσεις του Μαίη ήταν αυτό του άγχους. Στο βιβλίο του «Το νόημα του άγχους» το ορίζει ως βασική απειλή στην ανθρώπινη ύπαρξη. Ο Μαίη ενδιαφέρθηκε για τη μοναξιά και το άγχος μετά την παραμονή του στο σανατόριο. Το αίσθημα αποπροσανατολισμού και απομόνωσης τόσο το δικό του όσο και των υπόλοιπων ασθενών τον έκανε να εμβαθύνει στο συγκεκριμένο θέμα. Καταλήγει ότι το άγχος είναι σημαντικό για την ανάπτυξη του ατόμου και συμβάλλει σ’ αυτό που ορίζουμε ως άνθρωπο. Είναι ένας τρόπος που οι άνθρωποι χειρίζονται στην ελευθερία τους ώστε να ζήσουν μια αξιοπρεπή ζωή. Ο Μαίη προτείνει για την αντιμετώπιση του άγχους την αντικατάστασή του από το φόβο διότι πιστεύει ότι σκοπός του άγχους είναι να γίνει φόβος. Θεωρεί ότι αντικαθιστώντας το άγχος με το φόβο μπορεί κάποιος να βρει κίνητρο είτε να αποφύγει το φοβικό αντικείμενο είτε να βρει τον τρόπο να εξαλείψει το φόβο από το αντικείμενο. Η παράκαμψη του άγχους λέιε ο Μαίη έχει συνέπεια την ανία..
Πίστευε ότι οι ψυχοθεραπευτές απομακρύνθηκαν από τις θεωρίες του Φρόυντ του Γιουγκ και άλλων ψυχαναλυτών που είχαν επικεντρωθεί στο άτομο, διότι θεώρησαν ότι έπρεπε να εστιάσουν στο «είναι στον κόσμο». Για το σκοπό αυτό ο Μαίη πρότεινε την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία ως την καλύτερη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση. Με το βιβλίο του Existence έφερε την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία στην Αμερική και έθεσε τις βάσεις για τη συγκεκριμένη προσέγγιση.
Ο Γιάλομ μαθητής και συνεργάτης του Μαίη εντυπωσιάστηκε από το έργο του και άρχισε να σπουδάζει φιλοσοφία. Η ενασχόλησή του με καρκινοπαθείς τον οδήγησε σε μια βαθύτερη αντιμετώπιση του δικού του άγχους θανάτου.
Ο Ιρβιν Γιάλομ, γιος μεταναστών από τη Ρωσία, γεννήθηκε στις 13 Ιουνίου του 1931 και μεγάλωσε σε μια φτωχογειτονιά της Ουάσινγκτον, σ’ένα μικρό διαμέρισμα πάνω από το μπακάλικο των γονιών του. Η ζωή στους δρόμους της πόλης ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη εκείνη την εποχή, έτσι ο μικρός Ιρβ έβρισκε καταφύγιο στο διάβασμα των λογοτεχνικών βιβλίων που δανειζόταν από την κεντρική βιβλιοθήκη. Ακολούθησαν σπουδές ιατρικής, ειδίκευση στην ψυχιατρική, ακαδημαϊκή καριέρα, και μια πλούσια καριέρα ψυχοθεραπευτή.
«Πιστεύω, ότι για κάθε ασθενή πρέπει να δημιουργείται μια διαφορετική ψυχοθεραπεία, κι αυτό γιατί ο καθένας έχει μια μοναδική ιστορία» υποστηρίζει ο Ιρβιν Γιάλομ που απομακρύνθηκε νωρίς από τον τρόπο που ασκείται η κλασική ψυχιατρική και η ψυχανάλυση. Κατά τη γνώμη του ένας κενός, ανέκφραστος θεραπευτής είναι κακός θεραπευτής. Ο Γιάλομ είναι ομότιμος καθηγητής ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους, εν ζωή, εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική και είναι συγγραφέας του εγκυρότερου και πληρέστερου εγχειριδίου υπαρξιακής ψυχοθεραπείας (Existential Psychotherapy).
Στον επιστημονικό χώρο είναι ιδιαίτερα γνωστό το κλινικό και ερευνητικό έργο του στην ομαδικήψυχοθεραπεία. Το πρώτο του βιβλίο, που το 2006 κυκλοφόρησε η νέα αναθεωρημένη και επαυξημένη του έκδοση, «Θεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας» έχει μεταφραστεί σε δεκατέσσερις γλώσσες και αποτελεί βασικό διδακτικό εγχειρίδιο σε πολλές σχολές ψυχιατρικής και ψυχοθεραπείας. Ο Γιάλομ έχει γράψει πολλά ακόμη επιστημονικά βιβλία και άρθρα. Το λογοτεχνικό του έργο αρχίζει όψιμα και περιλαμβάνει συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα που έχουν γίνει μπεστ-σέλλερ σε πολλές χώρες. Όλα του τα λογοτεχνικά βιβλία αποτελούν ιστορίες ψυχοθεραπείας και ο ίδιος τα θεωρεί προέκταση του διδακτικού του έργου, το οποίο, όπως λέει, περιλαμβάνει ένα πλήθος ιστοριών και διηγήσεων. Με τα λογοτεχνικά του βιβλία, εξάλλου, ο Γιάλομ κατάφερε να μεταφέρει με τρόπο απόλυτα κατανοητό και χωρίς εκλαϊκεύσεις, τις βασικές αρχές του θεωρητικού υπόβαθρου και της τεχνικής που χρησιμοποιεί στην θεραπευτική του προσέγγιση και να μοιραστεί μαζί μας σκέψεις και περιστατικά από την πλούσια θεραπευτική εμπειρία του. Η συγγραφική του συνταγή είναι απόλυτα επιτυχής αφού έχει αγγίξει εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Ο ίδιος μάλιστα φαίνεται ότι έχει ανακαλύψει και το μυστικό της ζωής αφού όλα έχουν χωρέσει στη δική του: σπουδαία επαγγελματική καριέρα, ταξίδια, διαλέξεις αλλά και μια μεγάλη οικογένεια που περιλαμβάνει τέσσερα παιδιά και πέντε εγγόνια. Ο ίδιος αναφέρει: «όλοι θέλουμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε και όλοι έχουμε επίγνωση του θανάτου και πρέπει να βρούμε τρόπους να τα βγάλουμε πέρα μ’ αυτό. Μερικοί καταφεύγουν στη θρησκεία. Ο Επίκουρος θα έλεγε ότι μερικοί άνθρωποι γίνονται υπερβολικά θρήσκοι γιατί ίσως αυτός είναι ένας τρόπος να τα βγάλουν πέρα με το φόβο του θανάτου. Αυτό που εγώ προσπαθώ να κάνω συνεχώς δεν είναι να βοηθάω τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν το θάνατό τους αλλά να αλλάξουν τη ζωή τους. Είμαι θεραπευτής και λέω, όχι κάτι πρωτότυπο,αφού πάει πίσω στους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους, ότι αν πραγματικά κοιτάξεις το θάνατο κατάματα τότε αυτό μπορεί να σε κάνει να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο ζεις».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ζαν Βαλ: Εισαγωγή στις Φιλοσοφίες του Υπαρξισμού, Αθήνα, Δωδώνη, χ.χ.
Ευγενία Γεωργαντά: Σύγχρονες Ψυχοθεραπείες: Από την Θεωρία στην Εφαρμογή, Αθήνα, Ασημάκης, 2001
Θανάσης Γεωργάς : Φαινομενολογική-Υπαρξιακή ψυχοθεραπεία: Το ερώτημα της ύπαρξης, στο Η Εκπαίδευση των Ψυχοθεραπευτών στην Ελλάδα, βιβλίο της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος (ΕΕΨΕ) , Αθήνα Π. Ασημάκης, 2010
Ίρβιν Γιάλομ:Θεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας, Αθήνα, Άγρα, 2006.
Irvin D. Yalom: Existential psychotherapy, 1980
Ετιέν Ζιλσόν: Το Ον και η Ουσία. Το πρόβλημα της ύπαρξης στη δυτική φιλοσοφία από την αρχαιότητα ως τον εικοστό αιώνα, Ηράκλειο, Κρήτη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις, 2009
Σαίρεν Κίρκεγκωρ: Η Έννοια της Αγωνίας, Αθήνα, Δωδώνη, 1971
Σαίρεν Κίρκεγκωρ: Η Επανάληψη, Αθήνα, Παπαζήση, 1977.
Σαίρεν Κίρκεγκωρ: Φόβος και Τρόμος, Αθήνα, Νεφέλη, 1980
Ρόναλντ Λαινγκ: Διχασμένος Εαυτός, Αθήνα , Καστανιώτη, 1977
Ρόναλντ Λαινγκ: Ο Εαυτός και οι Άλλοι, Αθήνα, Καστανιώτη, 1988
Ρόλο Μαίη: Υπαρξιακή Ψυχολογία, Αθήνα, Επίκουρος, 1980
Ρόλο Μαίη:Το Νόημα του Άγχους, Κοζάνη, Εκδόσεις Θεραπευτηρίου Σπινάρη, 1999
Rollo May: Existence (1956), Jason Aronson, 1994, reprint
Καρλ Ρότζερς: Ένας τρόπος να Υπάρχουμε, Αθήνα, Ερευνητές, 2006
Ζαν Πωλ Σαρτρ : Το Είναι και το Μηδέν, Αθήνα, Παπαζήση, 1971
Ζαν Πωλ Σαρτρ : Ο Τοίχος, Αθήνα, γράμματα, 1986
Ζαν Πωλ Σαρτρ : Η Ναυτία, εκδόσεις Αθήνα, Δ.Α.Μ. χ.χ.
Έριχ Φρομ : Ο Φόβος μπροστά στην Ελευθερία, Αθήνα, Μπουκουμάνη, 1971
Heidegger Martin: Είναι και χρόνος, μετάφραση Γιάννης Τζαβάρας, Αθήνα, Δωδώνη, 1985
Χαϊντεγκερ Μάρτιν: Εισαγωγή στη μεταφυσική, μτφρ. Χρήστου Μαλεβίτση, Αθήνα: εκδ. Αρμός, 2010.