Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτή την ομιλία σκεφτόμουν τι θα ήταν αυτό που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας.
Κατέληξα, ότι θα ήθελα να σας μιλήσω, για την προσωπική μου σχέση με τον Ματθαίο Γιωσαφάτ. Σαν με κάποιον τρόπο να θέλω, εδώ μπροστά σας, να του απευθύνω τον τελευταίο χαιρετισμό.
Δεν ξέρω αν ό,τι σας πω θα είναι αρκετό, για όλα αυτά που αισθάνομαι να με δένουν μαζί του. Αντιλαμβάνομαι ότι, μπορεί να ακουστώ άκρως συναισθηματική, ή ότι όλα αυτά, μπορεί να θεωρηθούν υπερβολικά, με μια χροιά εξιδανίκευσης, με την έννοια του όρου «ο νεκρός δεδικαίωται». Όμως εντελώς ειλικρινά και συνειδητά, αυτό δεν ισχύει για μένα.
Στη διάρκεια της σχέσης μου μαζί του, δεν υπήρξε περίοδος θυμού, ή αμφισβήτησης. Έμεινα σε εκείνη την παιδική αντίληψη του πατέρα-θεού. Δεν πέρασα ποτέ στη φάση της εφηβείας, ώστε η σύγκρουση μαζί του, να μου δώσει την ευκαιρία της απομυθοποίησης και του βιώματος της αδυναμίας του. Έμεινε για πάντα μέσα μου, ο παντοδύναμος και εξιδανικευμένος πατέρας. Παρέμεινε σε ένα φαντασιωσικό επίπεδο, το ιδανικό πρότυπο πατέρα και θεραπευτή. Είναι λοιπόν μια ειλικρινής κατάθεση ψυχής και ένα αντίο στον Δάσκαλο και Θεραπευτή μου.
Νεαρή τότε ψυχολόγος, εργαζόμουν στην ΨΥΠΣΑ την ψυχιατρική περίθαλψη στο σπίτι του αρρώστου, την πρωτοποριακή ομάδα, που είχε ιδρύσει ο άλλος μεγάλος Δάσκαλος ο Παναγιώτης Σακελαρόπουλος. Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ μόλις είχε ιδρύσει την Εταιρεία. Ο τότε επόπτης μου, ο Μάνος Σωτηριάδης, μου πρότεινε να συμμετέχω σε μία, από τις δύο ομάδες, του πρώτου κύκλου εκπαιδευόμενων, το 1985.
Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα ακόμα αποφασίσει αν θα εκπαιδευόμουν στην ατομική, ή την ομαδική ψυχοθεραπεία ψυχαναλυτικού τύπου.
Το αποφάσισα αμέσως μετά την πρώτη μου συνάντηση με τον Ματθαίο Γιωσαφάτ. Πήγα με άγχος για την συνέντευξη, γιατί φοβόμουν μήπως δεν με κρίνει επαρκή. Αντίκρυσα έναν άνθρωπο ζεστό, χαμογελαστό και προσηνή, που μου ενέπνευσε σεβασμό και εμπιστοσύνη.
Ήταν μια κουβέντα σε φιλικό τόνο, μια κουβέντα γνωριμίας, όπου στο τέλος της, μου ανακοίνωσε ότι θα μπορούσα να ξεκινήσω την εκπαίδευσή μου, στην εταιρεία αναλυτικής ομαδικής και οικογενειακής ψυχοθεραπείας. Στη συζήτηση που είχαμε τότε μου είπε: «Η καλύτερη θεραπεία είναι η οικογενειακή αναμφισβήτητα, αλλά επειδή αυτό δεν είναι εφικτό σε ώριμες ηλικίες, τότε η καλύτερη είναι η ομαδική. Εκεί μαθαίνουμε να μοιραζόμαστε και να καθρεπτιζόμαστε και να μπορούμε να συνυπάρξουμε». Αυτές οι λέξεις ήταν αρκετές για να πειστώ, ότι έκανα τη σημαντικότερη ως τότε επιλογή, να αρπάξω την μοναδική ευκαιρία που μου παρουσιαζόταν, να μαθητεύσω κοντά του, για τα επόμενα 8 χρόνια της ζωής μου που συμπεριλάμβαναν διδασκαλία, θεραπεία και εποπτεία, από τον ίδιο αποκλειστικά.
Κάθε Δευτέρα στις 6 το απόγευμα, στο γραφείο του, εκεί στη Γενναδίου 16, για τρεις ώρες, μας δίδασκε την ψυχαναλυτική θεωρία και συντόνιζε τη θεραπεία μας. Ήμασταν όλοι νέοι τότε, και ενθουσιώδεις εκπαιδευόμενοι.
Τον θυμάμαι να κάθεται πάντα στην ίδια θέση, δεξιά όπως έμπαινες από την πόρτα του γραφείου του, κι εμείς στον κύκλο, να τον ακούμε, να τον κρίνουμε, να τον αμφισβητούμε και να νιώθουμε, ότι αντέχει σε όλα αυτά, ωθώντας μας να καταλάβουμε τον εαυτό μας.
Έφερνε συχνά, παραδείγματα από την προσωπική του ζωή, παριστάνοντας ότι ήταν γεμάτη προβλήματα. Πολλές φορές δεν ξέραμε αν αληθεύουν όλα αυτά που μας έλεγε, ή προσπαθούσε με το γνωστό του χιούμορ να μας αναλύσει έννοιες κατά τα άλλα πολύπλοκες. Δεν δίσταζε να αυτοσαρκάζεται και μέσα από αυτό να μας διδάσκει την τέχνη του ψυχοθεραπευτή. Πίστευε, ότι ο ψυχοθεραπευτής, πρέπει να έχει ταλέντο. Έλεγε «πρέπει να το’ χεις». Στο πέρασμα του χρόνου μαζί του, αντιλήφθηκα τι εννοούσε. Ως εκπαιδευτικός, η ίδια, με βοήθησε να καταλάβω τι σημαίνει ταυτόχρονα δάσκαλος και θεραπευτής, εμπνευσμένος και χαρισματικός.
Μας μιλούσε με έναν τρόπο μοναδικό, για τις ψυχαναλυτικές έννοιες, σαν να ήταν το πιο απλό πράγμα, και όλα αυτά που ήταν ένα συνονθύλευμα στο μυαλό μου, μετά τις σπουδές μου στην ψυχολογία, αποσαφηνίστηκαν, έγιναν κατανοητά και αντιλήφθηκα το μεγαλείο της ψυχοθεραπείας. Δεν με βοήθησε απλά να γίνω μια καλή ψυχοθεραπεύτρια, όπως ελπίζω ότι είμαι, αλλά με δίδαξε με το γνωστό απλό του τρόπο, τι σημαίνει να είμαι ο εαυτός μου, τι σημαίνει να ζω.
Εκείνο που τον χαρακτήριζε ήταν η ζεστασιά. Ήταν ένας άνθρωπος προοδευτικός, όχι μόνο με την πολιτική έννοια, αλλά και με την έννοια ότι δεν έμενε προσκολλημένος σε σχήματα. Έπαιρνε ρίσκα στη δουλειά του, γιατί είχε τη γνώση και την τέχνη, για να το κάνει αυτό. Ήταν ψυχικά γενναιόδωρος, με μια καταπληκτική αίσθηση του χιούμορ. Ρηξικέλευθο και προοδευτικό πνεύμα.
Αισθάνομαι ότι προσπάθησε, και το κατάφερε για μένα τουλάχιστον, που ήμουν ανάμεσα στους τυχερούς μαθητές του, να χτίσει την κατηγορία εκείνων των θεραπευτών, που ησυχάζουν μονάχα όταν απαλύνουν τον πόνο και ομορφύνουν τις ζωές των άλλων. Αισθάνομαι από τους τυχερούς στη ζωή, που κάνουν ένα επάγγελμα όπου αισθάνονται πλήρεις και ευτυχισμένοι, γιατί προσφέρουν στον άλλον. Για τον Ματθαίο Γιωσαφάτ αυτό ήταν το άλφα και το ωμέγα για να είναι ένας άνθρωπος ευτυχισμένος. Μας το έλεγε συνεχώς: «Ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι αυτοί που προσφέρουν. Που βάζουν ένα λιθαράκι. Η ψυχοθεραπεία είναι μια δεύτερη ευκαιρία να μάθεις την τέχνη της ζωής, καλύτερα από την πρώτη που σου πρόσφεραν οι γονείς». Αυτός ήταν και ο λόγος που όταν έκανα την εργασία για τον τίτλο του τακτικού μέλους της εταιρείας, η αφιέρωση στην πρώτη σελίδα ήταν: «στον πατέρα μου οφείλω το ζειν, στον Ματθαίο Γιωσαφάτ οφείλω το ευ ζειν».
Με έμαθε να ακούω και να νιώθω τον άλλο. Πρώτα από το στόμα του άκουσα, ότι η συμπόνια, η αποδοχή, η ενσυναίσθηση, κάνουν τον καλό θεραπευτή και όχι οι τέλειες γνώσεις και οι καταπληκτικές ερμηνείες και τεχνικές. Απλά να είσαι εκεί για τον άνθρωπο που είναι απέναντί σου κι εκείνος να νιώθει σημαντικός για σένα. Να μπορείς να τον παίρνεις μαζί σου στη σκέψη σου. Ότι ο άνθρωπος που ζητάει βοήθεια, θέλει απλά να τον ακούσεις, να τον καταλάβεις, να τον αγαπήσεις εν τέλει, γι’ αυτό που είναι και να νιώσει σημαντικός για κάποιον, που δεν θα τον κρίνει ποτέ. Έλεγε: «Τα προβλήματα είναι περίπου ίδια, αλλά κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Μπορεί αυτά που ακούω να είναι συνηθισμένα, αλλά το καθένα είναι ένα αίνιγμα για μένα, που με παρακινεί να το λύσω. Αυτό με κρατάει ζωντανό και ξύπνιο τα βράδια».
Μιλούσε απλά, για θέματα ανυπέρβλητης σύνθεσης. «Ο άνθρωπος είναι ναρκισσιστικός. Ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και θέλει μεγάλη ωριμότητα για να ενδιαφερθεί για τον άλλο. Ο άνθρωπος πρέπει να σχετίζεται και να δίνει. Αν δεν δίνει, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος. Ερχόμαστε και φεύγουμε, πρέπει να αφήσουμε ένα ίχνος. Ευτυχία είναι να είμαστε ζωντανοί. Η ζωή είναι ένα ταξίδι που δεν ξαναγίνεται, άρα πρέπει να είμαστε όλοι ευτυχείς που υπάρχουμε. Ευτυχία με την ψυχολογική έννοια, είναι να είσαι καλά με τον εαυτό σου και με τον κόσμο γύρω σου».
Με έσπρωξε τότε, από το δογματισμό και το ναρκισσισμό του νεοφώτιστου, να περάσω στην αποδοχή του λάθους και στην προσπάθεια της αυτογνωσίας. Με βοήθησε να γίνω καλύτερος άνθρωπος. Να μη φοβάμαι να τσαλακώνομαι. Να ζητώ συγγνώμη, να συγχωρώ.
Θυμάμαι ότι τον ρώτησα γιατί δεν γράφει όλα αυτά που μας διδάσκει. Όπως κάνει ο Γιάλομ. Μου απάντησε ότι κάποτε ήθελε να γίνει συγγραφέας, ποιητής. Τον τράβηξε, τελικά η αναζήτηση της ανθρώπινης ψυχής. Διαβάζοντας μετά από χρόνια το βιβλίο του “Μεγαλώνοντας μέσα στην Ελληνική Οικογένεια” αυτό το βιβλίο που θα έπρεπε να είναι κατά τη γνώμη μου, το εγχειρίδιο της καθημερινής ζωής για τη μητέρα και την οικογένεια, ένιωσα υπερήφανη για τον εαυτό μου, γιατί εγώ τα άκουσα όλα αυτά από πρώτο χέρι.
Θα σας εκμυστηρευθώ ότι, σχεδόν χάρις σε εκείνον, αποφάσισα να γίνω μητέρα, ξεπερνώντας τον εγωκεντρισμό της νεαρής μου ηλικίας, όταν μου είπε σε ατομική συνεδρία: «Μέχρι πότε θα είσαι παιδούλα. Είναι καιρός να κάνεις παιδιά, γιατί μόνο έτσι ωριμάζει ο άνθρωπος». Σχεδόν μας πάντρεψε με τον σύζυγό μου, ψυχολόγος κι αυτός στην δεύτερη ομάδα του πρώτου κύκλου που σχηματίστηκε τότε. Μας έκανε την τιμή να έρθει στο πάρτι του γάμου μας, κάτι που δεν συνήθιζε να κάνει. Όταν έκανα τις δίδυμες κόρες μου, έτρεξα να του το πω για να νιώσει περήφανος για μένα. Την τελευταία φορά που πήγα να τον δω για να ακουμπήσω επάνω του ξανά, ένα δύσκολο προσωπικό ζήτημα που αντιμετώπιζα εκείνη την περίοδο, του έδειξα τις φωτογραφίες των κοριτσιών μου με καμάρι, εξαιρετικών και ώριμων γυναικών πλέον, και να τον ευχαριστήσω που, χάρις σε εκείνον, τα αναθρέψαμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Πρόλαβα τότε, που δεν ήξερα ότι δεν θα τον ξαναέβλεπα, να του πω τι σήμαινε για μένα εκείνος, να του εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου και την αγάπη μου. Γιατί, ένα άγγιγμα στην πλάτη για αντίο, μετά από μια ατομική συνεδρία μαζί του, ήταν για μένα πάντα η δύναμη για να προχωρήσω, γνωρίζοντας ότι πάντα θα προσφεύγω σ’ αυτόν, όπως και έκανα στις πιο δύσκολες στιγμές στη ζωή μου.
Αρκούσε να με ακούσει και με το γνωστό ζεστό του χαμόγελο, να κάνει το πρόβλημά μου απτό και αντιμετωπίσιμο και να απαλύνει την απόγνωσή μου. Ήξερα ότι θα ήταν πάντα εκεί για μένα, γιατί ένιωθα ότι πάντα με νοιαζόταν σαν πραγματικός πατέρας.
Όταν έφυγε από τη ζωή, ήταν σαν να φεύγει για δεύτερη φορά ο πατέρας μου. Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ, μου άνοιξε ορίζοντες προς μια νέα οπτική, ενός βαθύτερου νοήματος της ζωής. Ένιωσα να με δέχεται πραγματικά γι’ αυτό που είμαι. Η σχέση μου μαζί του ήταν από την πλευρά μου, ένα μίγμα αγάπης, θαυμασμού και εμπιστοσύνης. Αισθάνθηκα ή τουλάχιστον αυτό ήθελα να πιστεύω, ότι ήμουν η αγαπημένη του μαθήτρια, ότι ήμουν ξεχωριστή. Μέσα από το καθρέφτισμα στα μάτια του, άρχισα να αποδέχομαι και να αγαπάω κι εγώ τον εαυτό μου.
Αυτό μόνο ένας χαρισματικός δάσκαλος και θεραπευτής μπορεί να το κάνει. Το να νιώθει ο μαθητής και ο θεραπευόμενος ότι είναι ξεχωριστός και πολύτιμος, καθιστά αυτή τη σχέση από μόνη της θεραπευτική. Ένιωσα την μοναδική ένωση δασκάλου με μαθητή. Μια ανιδιοτελής αγάπη και εκτίμηση, που δεν μεταφράζεται σε καμιά γλώσσα. Είναι η μετουσίωση της γνώσης, στο μεγαλείο της ανακάλυψης του εαυτού, μέσα από το βλέμμα ενός ανθρώπου, που ξέρει να σου δίνει, περιμένοντας από σένα όχι την ανταπόδοση, αλλά το προχώρημα στη ζωή, την ωρίμανση.
Έπλασε ανθρώπους, επιστήμονες και θεραπευτές, μεταδίδοντας αυτή την αγάπη προς τον άνθρωπο που υποφέρει, κάνοντας κι εμάς τους μαθητές του, να δούμε μέσα στην ψυχή του άλλου, όπως εκείνος με το μαγικό του τρόπο, μπορούσε να δει και να καταλάβει την ψυχή μας.
Όταν ρωτήθηκε σε μια συνέντευξη για πιο πράγμα είναι υπερήφανος απάντησε «Επειδή νοιάζομαι για τους ανθρώπους και προσπάθησα να τους βοηθήσω.» Όταν στην ίδια συνέντευξη ρωτήθηκε: «Ύστερα από 45 χρόνια ως ψυχαναλυτής, τι μπορεί να σας εντυπωσιάσει; Τι άλλο θα θέλατε από τη ζωή, απάντησε: «Ήθελα να γίνω ο μεγάλος συγγραφέας του 20ού αιώνα και δεν έγινα, και από ό,τι φαίνεται δεν θα γίνω ούτε του 21ου. Θα ήθελα να ζούσα το μεγάλο έρωτα της ζωής, με μία καταπληκτική γυναίκα, η οποία θα με θέλει με όλα μου τα κουσούρια και με την οποία θα είμαι απόλυτα ικανοποιημένος, αλλά αυτό δεν υπάρχει. Θα ήθελα να είμαι πιο ψηλός, πιο όμορφος, πιο ελκυστικός, καλύτερος γιατρός από αυτό που είμαι. Όλα αυτά όμως είναι “στη θάλασσα του ανεκπλήρωτου που τόσα μου κρατεί”, όπως έγραψε και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου.»
Όταν ρωτήθηκε αν ο ίδιος έχει λύσει όλα τα προβλήματά του απάντησε «Όχι. Δεν έχω λύσει ένα βασικό: Δεν θέλω να πεθάνω»
Αντίο Δάσκαλε
Πάντα θα ζεις στην ψυχή μου. Την ψυχή μου τη νέα. Αυτή που μου χάρισες.