Η Ιφιγένεια στην Ιφιγένεια εν Ταύροις, διηγείται ένα όνειρο.
Το όνειρο που είδα ψες τη νύχτα θα πω στο φως γιατρειά ίσως τούτο φέρει. Έμενα λέει μακριά απ’ αυτή τη χώρα στο Άργος. Κι ενώ κοιμόμουν στο δωμάτιο των κοριτσιών, σεισμός τη γη τραντάζει. Έφυγα στάθηκα έξω κι είδα τότε να πέφτει του σπιτιού η στέγη, να σωριάζεται ολούθε από τα ακροστύλια. Μου φάνηκε πως ένας μόνο στύλος από το πατρικό μου έμεινε σπίτι. Ξανθά μαλλιά φύτρωσαν στην κορφή του και πήρε ανθρώπινη λαλιά. Και το έργο κάνοντας που έχω εδώ -θυσία των ξένων- του ριχνα εγώ τον αγιασμό με θρήνους για να σφαγεί. Και να πώς εξηγώ το όνειρο αυτό. Ο Ορέστης που για θύμα τον ετοίμαζα, πέθανε. Γιατί είναι στύλοι σπιτιών τα αρσενικά παιδιά, κι όποιον το ράντισμά μου βρει πεθαίνει…
Η Ιφιγένεια, που εμπιστεύεται το όνειρό της, έχει δώσει λάθος ερμηνεία. Το ίδιο ακριβώς κάνει και το κοινό του Ευριπίδη. Και τότε ο ευρηματικός τραγωδός εμφανίζει τον Ορέστη επί σκηνής δημιουργούνται παρεξηγήσεις μεταξύ των αδερφών και μόνον όταν έρχεται ο από μηχανής θεός η Αθηνά, δίδεται η λύση της επιστροφής τους στην πατρίδα.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο από μηχανής Θεός είναι ο Ψυχοθεραπευτής; Θα μπορούσαμε υπό το πρίσμα της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας που προσομοιάζει με την τέχνη του θεάτρου, της Τραγωδίας, να πούμε ότι όταν το ζευγάρι των αδερφών βρίσκεται σε σύγχυση, έρχεται ο θεραπευτής να δώσει την ερμηνεία, που θα λύσει τις παρεξηγήσεις, τα συμπλέγματα, τις ενοχές, τους ασυνείδητους φόβους; Κι έτσι να επιστρέψουν στην πατρίδα των γονέων, στην ανακούφιση, στην λύση της προσωπικής τραγωδίας τους;
Στην παρούσα ανάλυσή μας, θα ασχοληθούμε με την πορεία της θεραπείας μιας θεραπευόμενής μου δια μέσου δύο ονείρων που έχουν άμεση σχέση με εμένα, κατά τη διάρκεια τετραετούς ατομικής ψυχοθεραπείας, σε συχνότητα δύο φορές εβδομαδιαία. Το πρώτο όνειρο έρχεται κατά τη διάρκεια της έναρξης, το δεύτερο λίγο πριν τη λήξη της θεραπείας. Μέσω της ανάλυσης των ονείρων της Μ, θα παραθέσουμε κάποιες θεωρητικές έννοιες ως προς τη μεταβίβαση της θεραπευόμενης και τη δική μου αντιμεταβίβαση, που συνδέονται με την έκβαση της θεραπείας της, μια και τα όνειρα συνήθως καθρεφτίζουν την πορεία της.
Τι είναι το όνειρο;
Το όνειρο ή όραμα κατά τους αρχαίους και η ερμηνεία του, έχουν περάσει από πολλά στάδια. Από το καθαρά δεισιδαιμονικό του προϊστορικού ανθρώπου, στο συμβουλευτικό-προειδοποιητικό ή και θεραπευτικό του κλασικού και μετακλασικού, ως τις ανάμικτες επιβιώσεις του στον άνθρωπο της σύγχρονης εποχής, όπου η πανάρχαια τάση της ερμηνείας συστηματοποιείται, οργανώνεται και αναλύεται στην ψυχανάλυση.
Η ελληνική μυθολογία θα θεοποιήσει το όνειρο. Θα το προσωποποιήσει με την μορφή του Όνειρου αγγελιοφόρου του Δία, θεότητα που ο πατέρας των θεών στέλνει στους ανθρώπους που κοιμούνται, για να τους συμβουλεύσει να τους προστατεύσει και να τους γνωρίσει τα μέλλοντα. Ο Όμηρος αναφέρει επανειλημμένως τον Όνειρο ως δαίμονα του Άδη, ενώ αργότερα θα θεωρηθεί δαίμων αγαθός, όργανο θεραπευτή του Απόλλωνα ή του Ασκληπιού.
Ο Όνειρος είναι αδερφός του Ύπνου και του Θανάτου. Και αυτό γιατί ο Ύπνος είναι μια περιοδική κατάπτωση, μια λύση των σωματικών και πνευματικών λειτουργιών, τόσο απαραίτητη για την ανάπαυση και τόνωση του ανθρώπου. Ο Θάνατος όμως είναι «ένας ύπνος με καρδιά από σίδερο και χάλκινη στα στήθια την σκληρή ψυχή του κι όποιον αρπάξει πια για πάντα τον κρατάει» όπως λέει ο Ησίοδος στην «Θεογονία». Κι ανάμεσα στους δύο αδερφούς, ο Όνειρος που χάρη στην ενέργεια του ενός, προειδοποιεί πολλές φορές και για τον ερχομό του άλλου.
Από τους πρώτους που ασχολήθηκαν σοβαρά με τα όνειρα, ήταν ο σύγχρονος του Σωκράτη σοφιστής Αντιφών με το έργο του «Περί κρίσεως ονείρων». Ο Αριστοτέλης αργότερα θα ασχοληθεί θεωρητικά με το θέμα και θα συμπεριλάβει στα «Μικρά Φυσικά», κεφάλαια όπως «Περί Ύπνου και εγρηγόρσεως», «Περί ενυπνίων», «Περί της καθ’ ύπνον μαντικής. Επίσης ο Κικέρων θα εξετάσει τα όνειρα και τη φύση τους καθώς και τις αντιφάσεις στην ερμηνεία τους. Σε όλη τη βυζαντινή περίοδο θα κυκλοφορήσουν δεκάδες εγχειρίδια. Ιδιαίτερη όμως σημασία παρουσιάζει το σύγγραμμα του Αρτεμίδωρου του Δαλδιανού, «Τα Ονειροκριτικά», που χρησιμοποιήθηκε και από τους νεότερους ως βάση για το δικό τους έργο. Ο Αρτεμίδωρος που είναι χαρακτηριστική περίπτωση «επιστήμονα» ονειροκρίτη διηγείται το ωραιότερο παράδειγμα ερμηνείας ονείρου που διασώθηκε από την αρχαιότητα και στηρίζεται σε ένα παιχνίδι με τις λέξεις.: «Ο Αρίστανδρος έδωσε στον Αλέξανδρο της Μακεδονίας μια πολύ επιτυχή εξήγηση, όταν αυτός είχε περικυκλώσει και πολιορκήσει την Τύρο και αγανακτισμένος και λυπημένος λόγω της μεγάλης απώλειας χρόνου, είχε την εντύπωση πως βλέπει έναν σάτυρο να χορεύει πάνω στην ασπίδα του. Ο Αρίστανδρος βρισκόταν τυχαία κοντά στην Τύρο και στη συνοδεία του βασιλιά που πολεμούσε τους Σύρους. Αναλύοντας λοιπόν την λέξη σάτυρος, σε σά και τύρος δηλαδή η Τύρος είναι δική σου, έκανε τον βασιλιά να εντείνει την πολιορκία της πόλης την οποία και κυρίευσε.
Ο Γαληνός, ο αρχαίος ψυχίατρος, κατέγραφε, ερμήνευε και μελετούσε, τα όνειρα των ασθενών του. Συμπεριελάμβανε τα όνειρα στα βασικά κλινικά στοιχεία, όπως και το αρχικό όνειρο που έφερε τον ασθενή σ’ αυτόν. Επιβεβαίωνε το γεγονός πως μια ασθένεια μπορεί να μεταλλαχθεί σε άλλη, κατά την θεραπευτική διαδικασία. Τα όνειρα συνέβαλλαν επίσης στις διαγνώσεις του, και μερικές φορές, του παρείχαν σαφείς οδηγίες ως προς την πρέπουσα θεραπευτική αγωγή και ως προς την εκτέλεση χειρουργικών επεμβάσεων. Παραδέχεται στα γραπτά του, ότι έχει σώσει πολλούς ανθρώπους εφαρμόζοντας αυτά που του έχουν υποδειχθεί σε όνειρα δικά του, ή των ασθενών του.
Ο Πλάτων έλεγε ότι οι άριστοι είναι αυτοί, που μόνο στο όνειρό τους διανοούνται, ό,τι οι άλλοι πράττουν στην αγρύπνια.
Στην Επίδαυρο στο κύριο ιερό του Ασκληπιού, η θεραπεία μέσω των ονείρων άρχισε να εφαρμόζεται γύρω στο 600 π.Χ. Ο Ασκληπιός έγινε ξακουστός σε ολόκληρο τον γνωστό τότε κόσμο, τη λεκάνη της Μεσογείου, ως ο μεγαλύτερος θεραπευτής που έζησε ποτέ. Ο Ασκληπιός δεν τελειοποίησε απλώς την χρήση των βοτάνων και των ιαματικών υδάτων όπως την είχε διδαχθεί κατά τον μύθο από τον Κένταυρο Χείρωνα, αλλά πρέπει να καθιέρωσε και την ψυχοθεραπεία αφού σύμφωνα με τον Γαληνό γιάτρευε με λόγια που μπορούσαν να ανακουφίζουν τις βασανισμένες ψυχές των ανθρώπων.
Τα Ασκληπιεία ήταν κατά κύριο λόγο, ναοί θεραπείας ονείρων. Μετά από τελετές κάθαρσης με ζεστά νερά και θυσίες στον Θεό, ώστε να καθαριστεί το σώμα, το πνεύμα και η ψυχή, επιτρεπόταν στον ασθενή να μπει στο κύριο μέρος του Ναού. Σε ένα μεγάλο δωμάτιο χωρίς κολώνες ή ανοίγματα στα πλαϊνά των τοίχων, ξάπλωνε και τότε πια μπορούσε να κοιμηθεί και να αναζητήσει την θεραπεία που θα του έστελνε ο θεός Ασκληπιός, μέσα στο όνειρό του. Όταν έβγαινε από τον ύπνο του, ήταν η στιγμή που θα μιλούσε στον ιερέα-επιτηρητή του. Ο επιτηρητής τον βοηθούσε να εξερευνήσει το όνειρο και να διασφαλίσει ότι οι ενοράσεις του ήταν οι κατάλληλες για το αίτημα που τον απασχολούσε έτσι ώστε να τον βοηθήσουν στη θεραπεία ή την εσωτερική του ανάπτυξη. Επειδή η φιλοσοφία των ιερέων του Ασκληπιείου ήταν ότι τα όνειρα περιελάμβαναν τους σπόρους της ίδιας της θεραπείας του ασθενούς, η δουλειά του επιτηρητή ήταν, να εκμαιεύσει από τον ασθενή το νόημα της προσωπικής ονειρικής ιστορίας. Έτσι μπορούσε να ανασυνθέσει τον εαυτό του σωματικά και πνευματικά. Σήμερα αναγνωρίζουμε αυτό που γινόταν στους ναούς, όχι απλά ως θεραπεία υποβολής ή θεραπευτική ύπνωση, αλλά ως ψυχοθεραπεία, διά μέσω των ελεύθερων συνειρμών που ακολουθούν τη διήγηση του ονείρου.
Το όνειρο κατά τον Φρόιντ, «είναι ασυνάρτητο, συμπεριλαμβάνει αδιαμαρτύρητα τις χειρότερες αντιφάσεις, επιτρέπει πράγματα αδύνατα, αφήνει στην άκρη τις γνώσεις μας, που την ημέρα μας επηρεάζουν σημαντικά, μας παρουσιάζει ηθικά αναίσθητους. Όποιος θα συμπεριφερόταν έτσι στην άγρυπνη ζωή, όπως συμβαίνει στις ονειρικές καταστάσεις, θα τον παίρναμε για τρελό. Όποιος θα μιλούσε έτσι και θα έλεγε τέτοια πράγματα στην άγρυπνη ζωή, όπως στο όνειρο, θα μας έδινε την εντύπωση συγκεχυμένου ή και πνευματικά ανάπηρου ανθρώπου». Αλλού γράφει: «Ο άνθρωπος κάθε νύχτα αφαιρεί τα ενδύματα με τα οποία έχει καλύψει το σώμα του κι ενδεχομένως, τα εξαρτήματα που χρησιμοποιεί για να αναπληρώσει τα σωματικά του όργανα, στο μέτρο που κατάφερε να καλύψει την ανεπάρκειά τους με κάποιο υποκατάστατο: γυαλιά, περούκες, ψεύτικες οδοντοστοιχίες κ.ά. Μπορούμε να προσθέσουμε πώς, όταν πηγαίνει για ύπνο, αφαιρεί, με τρόπο ανάλογο, τον ψυχισμό του, εγκαταλείποντας τα περισσότερα ψυχικά του προσκτήματα με αποτέλεσμα, κι από τις δύο πλευρές, να πλησιάζει εξαιρετικά την κατάσταση από την οποία ξεκίνησε η ανάπτυξή του.»
Μία παρατήρηση του Φρόιντ, που είχε κάνει επανειλημμένα στους ασθενείς του ήταν ότι κατά την παραγωγή των ελεύθερων συνειρμών τους στην ανάλυση, παρενέβαλλαν συχνά την διήγηση ενός ονείρου, το οποίο γινόταν πάλι αφετηρία νέων συνειρμών. Αυτό τον οδήγησε παραπέρα στην τολμηρή διατύπωση ότι «το όνειρο είναι η μεταμφιεσμένη εκπλήρωση μιας απωθημένης επιθυμίας». Η διεργασία του ονείρου δεν είναι δημιουργική, δεν αναπτύσσει δική της φαντασία, δεν κρίνει, δεν βγάζει συμπεράσματα. Το μόνο που κάνει είναι να «συμπυκνώνει» να «μεταθέτει» και να «δραματοποιεί» το υλικό της. Σε αυτές τις τρεις δραστηριότητες, προστίθεται και το όχι σταθερό κομμάτι ερμηνευτικής επεξεργασίας.
Το 1931 στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης της «Ερμηνείας των Ονείρων», ο Φρόιντ γράφει; «Τέτοιες ιδέες έρχονται σε έναν θνητό μόνο μια φορά στη ζωή του. Γιατί η Ερμηνεία των Ονείρων, περιέχει, σύμφωνα και με το σημερινό μου κριτήριο, την πιο πολύτιμη από όλες τις ανακαλύψεις, που η αγαθή τύχη μου επέτρεψε να κάνω».
Σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, αυτήν που πέρασε στην ιστορία με το όνομα «Ντόρα», από το όνομα της δεκαοχτάχρονης ασθενούς του, η οποία εγκαταλείπει τον Φρόιντ πριν την ολοκλήρωση της θεραπείας της, ο Φρόιντ προσπαθεί, έχοντας μπροστά του δύο όνειρα της Ντόρας, να διεισδύσει αναλυτικά και θεραπευτικά στη ζωή της ασθενούς, επιτελώντας ταυτόχρονα δύο άθλους. Να επιτύχει μια θαυμαστή σύνδεση θεωρίας και πράξης και να γράψει ένα γοητευτικό ιστορικό ασθενείας, που δίκαια θεωρείται το αριστούργημα της ιατρικής φιλολογίας. Η Ντόρα η ανάλυση μιας υστερίας, είναι και με τα λόγια του ίδιου του Φρόιντ, «μια συνέχεια του βιβλίου για τα όνειρα, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί και κεφάλαιο της Ερμηνείας των Ονείρων, ως τεχνικό υπόδειγμα ερμηνείας».
Τα όνειρα, η θεωρία τους, η ερμηνεία τους και η χρησιμότητά τους, απασχολούν τον Φρόιντ σε όλη του τη ζωή, και διατρέχουν το έργο του σαν μια κόκκινη γραμμή.
Η περίπτωση της θεραπείας της Μ, είχε μεγάλο προσωπικό ενδιαφέρον και ο λόγος που κράτησα λεπτομερείς σημειώσεις, ήταν ότι εκείνη την περίοδο έκανα εποπτεία για τα ατομικά μου περιστατικά. Η παράθεση των ονείρων και της θεραπείας της, γίνεται κατόπιν της συναίνεσής της.
Η Μ ήρθε στο γραφείο μου πριν από αρκετά χρόνια. Ήταν τότε 42 ετών. Καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ψυχολόγος. Παντρεμένη με δύο παιδιά. Περιέγραφε τη σχέση με τα παιδιά της ως ζεστή, τρυφερή και με πολλή αγάπη. Με το σύζυγό της, ως απόμακρη και δυσλειτουργική. Εκείνος ήταν πολύ απασχολημένος με τη δουλειά του ως επιχειρηματίας, και δεν μοιράζονταν κοινό χρόνο.
Το αίτημα για θεραπεία ήταν η αντιμετώπιση της κατάθλιψης από την οποία υπέφερε, εξ αιτίας ενός παραπτώματος στην υπηρεσία της, το οποίο την έφερε αντιμέτωπη με πειθαρχική ποινή. Το γεγονός αυτό τη διέλυσε, όπως περιέγραφε, ψυχοσυναισθηματικά, την έκανε να αισθάνεται βαθιά ντροπή, ένα αίσθημα αυτοαπαξίωσης και τρόμο έκθεσης κοινωνικής και επαγγελματικής. Φοβόταν ότι θα της στοίχιζε την εργασία της ως καθηγήτριας και το τρομερότερο γι’ αυτήν ήταν, ότι έκρυβε την υπόθεση από όλους, εκτός του συζύγου της, εξ αιτίας της απειλής ότι εάν αυτό γινόταν γνωστό στην οικογένεια, τους φίλους και συναδέλφους της θα έχανε την εκτίμηση και το σεβασμό τους. Αυτό όμως την οδήγησε σε μια κοινωνική απομόνωση. Υπήρχαν περίοδοι που αισθανόταν ότι η ζωή της ήταν αφόρητη, και έκανε αυτοκτονικούς ιδεασμούς. Περιέγραφε δύσκολες ημέρες που δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεββάτι, όπου έμενε έως αργά το απόγευμα απελπισμένη και με την αίσθηση ότι η ζωή της δεν έχει πλέον κανένα νόημα. Ευρίσκετο υπό ψυχιατρική παρακολούθηση και αντικαταθλιπτική αγωγή.
Οι γονείς της είχαν πεθάνει. Περιέγραφε τη μητέρα της, ως μία γυναίκα συντηρητική, πιεστική, ελεγκτική και απόμακρη. Υπήρξε αφοσιωμένη στην ίδια και τον κατά δύο χρόνια μικρότερο αδερφό της, όμως απαιτούσε από την Μ, να έχει άψογη συμπεριφορά, με έναν καθωσπρεπισμό και απόλυτη υπακοή και υποταγή. Η Μ μιλούσε με πολύ θυμό για την μητέρα της και θεωρούσε ότι εκείνη ήταν η πραγματική πηγή της κατάθλιψής της, διότι δεν της επέτρεψε ποτέ να είναι ο εαυτός της. Έλεγε: «ήμουν η επιτομή της καθωσπρέπει κόρης. Ευγενική, πάντα χαμογελαστή και δίχως να δείχνω τα συναισθήματά μου, διότι για τη μητέρα μου: «τα εν οίκω μη εν δήμω». Δεν είχαμε επικοινωνία και αισθανόμουν ότι απέρριπτε οποιαδήποτε προσπάθειά μου να την πλησιάσω. Αντίθετα έδειχνε αδυναμία στον αδερφό μου ο οποίος έλεγε ότι της έμοιαζε, ενώ εγώ έμοιαζα στον πατέρα μου. Ήταν απορριπτική και προς τον πατέρα μου στον οποίο εγώ είχα αδυναμία όπως και εκείνος προς εμένα. Ήταν ένας πολύ τρυφερός άνθρωπος, που όμως αισθανόμουν ότι ήταν κάπως προσκολλημένος σε εμένα, επειδή μάλλον δεν έπαιρνε στοργή από τη μητέρα μου. Ήμουν πολύ δεμένη μαζί του».
Της πρότεινα από την πρώτη κιόλας συνεδρία να σημειώνει τα όνειρά της σε ημερολόγιο και να φέρνει το υλικό στη θεραπεία ώστε να το δουλεύουμε μαζί.
Ανάλυση της Μ
Αρχικά η πρόοδος στην ανάλυση της Μ ήταν πολύ αργή. Η σχέση με τις ερμηνείες μου χαρακτηριζόταν για ένα μεγάλο διάστημα, από την απουσία οποιασδήποτε συγκινησιακής απάντησης και επί πλέον από το γεγονός ότι συχνά δεν τις άκουγε, ή ότι τις ξεχνούσε αμέσως σκεπτόμενη εν τω μεταξύ άλλα πράγματα. Ή τις απέρριπτε ως λανθασμένες, απορρίπτοντας ή επιτιθέμενη σε οποιοδήποτε σημείο που θα μπορούσε να είναι αφορμή για συζήτηση. Δεν είχα ποτέ δίκιο. Την επόμενη φορά που ερχόταν, έλεγε ότι είχε ξεχάσει παντελώς ό,τι είχαμε συζητήσει στην προηγούμενη συνεδρία. Ανέφερε ότι δεν θυμάται ποτέ τις ερμηνείες μου, όταν φεύγει από το γραφείο και έρχεται με άγχος στις συνεδρίες, σκεπτόμενη ότι δεν έχει νόημα η θεραπεία μιας και δεν έχει να πει, ή να ακούσει τίποτα ενδιαφέρον. Μόνο αργότερα αφού είχαν αναλυθεί αρκετές πλευρές της συμπεριφοράς της, άρχισε να συγκρατεί κάποιες από τις ερμηνείες και να τις θυμάται στις επόμενες συνεδρίες. Υπήρχε έντονος ανταγωνισμός αμφισβήτηση και επιθετικότητα προς εμένα, αφού εν δυνάμει ασκούσαμε το ίδιο επάγγελμα. Κάποτε είχε αναφέρει ότι θα μπορούσαμε να είμαστε η κάθε μία από την άλλη πλευρά.
Η τροφή έπαιζε σημαντικό ρόλο στους συνειρμούς της. Ανέφερε ότι συχνά δεν είχε όρεξη καθόλου. Δεν είχε διάθεση να διαβάσει τίποτα γιατί όλα της έμοιαζαν σαν «ανούσια σούπα». Θυμόταν ότι η μητέρα της συνήθιζε να της κρύβει κάποιο γλυκό για να το φάει η ίδια, ή να το δώσει στον αδερφό της. Όλοι αυτοί οι συνειρμοί αναφέρονταν στη σχέση μαζί μου. Η τροφή ήταν οι ερμηνείες οι οποίες αντιπροσώπευαν το κακό ή το κυριαρχικό στήθος. Ήταν προφανές ότι η ερμηνεία- στήθος γινόταν τόσο περισσότερο κακή και επίφοβη όσο πιο πολύ είχε επιτεθεί προηγουμένως στις ερμηνείες. Θεωρούσε ότι εάν τα πράγματα πήγαιναν άσχημα γι’ αυτή θα ήθελε να πάνε άσχημα και για εμένα. Εξέφραζε το φθόνο της ακόμα καθαρότερα, μιλώντας για το πόσο ενδιαφέρουσα πρέπει να είναι η δική μου δουλειά, σε σχέση με τη δική της ως καθηγήτριας, ενώ και η ίδια είχε κάνει σπουδές στην ψυχολογία τις οποίες δεν είχε αξιοποιήσει. Καθησύχαζε όμως τον εαυτό της λέγοντας ότι μια ψυχοθεραπεύτρια θα πρέπει να «μαστιγώνει την πλάτη του θεραπευόμενου». Έτσι η ερμηνεία στήθος-τροφή γίνεται αισθητή ως κακή ή επικίνδυνη. Το ότι θα μπορούσα να ξέρω κάτι καλύτερα ή το ότι μια ερμηνεία θα μπορούσε να είναι σωστή, γίνονταν αισθητά ως ένας σοβαρός κίνδυνος. Όλες οι μεταβιβαστικές ερμηνείες απορρίπτονταν εξ αιτίας του φόβου ότι θα μπορούσα να θέλω να της επιβληθώ, ή να αποκτήσω ιδιαίτερη σημασία για εκείνη. Εν τέλει φοβόταν ότι είχε κακομεταχειριστεί εμένα και τις ερμηνείες μου και γινόταν απολογητική ή προσπαθούσε να αποκαταστήσει τα πράγματα αποδεχόμενη μία ή δύο φράσεις μου. Με τον τρόπο αυτό εξέφραζε τη μεταβίβασή της προς το πρόσωπό μου.
Τι είναι η Μεταβίβαση
Ο Φρόιντ κυριάρχησε εύκολα στον πειρασμό να αποδώσει τις ερωτικές επιτυχίες με τις ασθενείς του, στο γεγονός ότι ήταν ακαταμάχητος. Υποψιάστηκε άλλα αίτια και ανακάλυψε ένα φαινόμενο το οποίο επέπρωτο να αποκτήσει γρήγορα την μεγαλύτερη σημασία στην αναλυτική θεραπεία δηλαδή την μεταβίβαση. Η μεταβίβαση γίνεται θέμα για τον Φρόιντ κυρίως όταν γίνεται αντίσταση, και όταν εξ αιτίας της αντίστασης γίνεται σεξουαλική ή αρνητική. Έτσι, μερικά χρόνια μετά την ανακάλυψή της ο Φρόιντ το 1912 θεώρησε ότι οι αποφασιστικές μάχες για την ανάκτηση της ψυχικής υγείας δίνονται στο πεδίο της μεταβίβασης. Συμβουλεύει τους αναλυτές να συγκεντρώνουν όλη την λίμπιντο του ασθενούς στην μεταβίβαση και να τον απελευθερώνουν από τις απωθήσεις του, μέσα από την ανάλυση και την ερμηνεία, των ψυχικών του σχέσεων με τον αναλυτή, στις οποίες επανέρχονται όλες οι παιδικές του συγκρούσεις. Εάν επιτευχθεί αυτό ο ασθενής, μόλις η ανάλυση περατωθεί, παραμένει ελεύθερος απωθήσεων και στις άλλες σχέσεις του. Η αυθόρμητη συγκέντρωση στην λίμπιντο στη σχέση με τον αναλυτή οφείλεται σε τρεις κυρίως παράγοντες: 1) τον ψυχαναγκασμό για επανάληψη, 2) τη λιβιδινική ανάγκη την επιθυμία δηλαδή να βρει στον αναλυτή έναν πατέρα ή μια μητέρα, ώστε να δοθούν στον ασθενή οι ικανοποιήσεις που οι πραγματικοί του γονείς δεν του είχαν δώσει και 3) την αντίσταση, η οποία οδηγεί στην εμφάνιση παλιών επιθυμιών και συγκρούσεων μέσα στη σχέση με τον αναλυτή, ως άμυνα. Δεν είναι τόσο η ανάγκη του ασθενούς για αγάπη, όσο η ικανότητα του αγαπάν που επιτείνεται και κατευθύνεται προς τον αναλυτή. Αυτή η διαδικασία είναι το θεμέλιο της θεραπείας».
Λίγους μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας της και ενώ η Μ ανέμενε την εξέλιξη της υπόθεσής της, ήρθε αργοπορημένη ενώ γενικά ήταν πολύ ακριβής. Στην αρχή έμεινε σιωπηλή για λίγο. Στη συνέχεια άρχισε να μιλάει για την σκέψη ότι ενώ θα άρχιζα να μιλάω εγώ, θα μου έλεγε ότι επρόκειτο να διακόψει την θεραπεία της. Πρόσθεσε ότι πρόσεχε την κάθε λέξη της ώστε να μην πει ότι «η θεραπεύτρια θα με πετάξει έξω». Εξήγησε ότι θα προτιμούσε να φύγει πριν τη διώξω εγώ όντας θυμωμένη μαζί της αφού δεν ήταν καλή θεραπευόμενη αφού δε θυμόταν τις ερμηνείες μου και με ζήλευε. Το προηγούμενο βράδυ είδε το εξής όνειρο.
1ο Όνειρο
Είμαστε στο γραφείο σας σε συνεδρία. Καθόμαστε στις δύο πολυθρόνες, που όμως δεν είναι όπως στην πραγματικότητα σκούρες, αλλά λουλουδάτες με άσπρο φόντο. Έχετε φέρει την πολυθρόνα σας δίπλα στη δική μου, ώστε να σχηματίζουν γωνία. Φοράτε ένα πολύχρωμο φόρεμα έξαλλο και τα μαλλιά σας είναι άσπρα. Δίπλα σας έχετε ένα τρανζίστορ το οποίο παίζει δυνατά μουσική και εγώ ενοχλούμαι γιατί πρέπει να φωνάζω δυνατά για να με ακούσετε. Μετά από λίγο έρχεται μία ακόμα θεραπεύτρια που κάθεται δίπλα σας. Ταυτόχρονα χτυπάει το τηλέφωνο και σηκώνεστε γρήγορα να το σηκώσετε. Μοιάζει να περιμένατε το τηλεφώνημα. Όπως τρέχετε προς το τηλέφωνο το φόρεμά σας που είναι κοντό, σηκώνεται λίγο κι εγώ σκέφτομαι ότι για την ηλικία σας έχετε πολύ ωραία πόδια. Στο τηλέφωνο συνεννοείστε με ένα τηλεοπτικό συνεργείο το οποίο εμφανίζεται στο διπλανό δωμάτιο που επικοινωνεί με το γραφείο σας και ετοιμάζονται να μας τραβήξουν την ώρα της συνεδρίας. Νιώθω παράξενα και σας κοιτάζω που έχετε πάλι καθίσει, αλλά τα μαλλιά σας είναι πλέον μαύρα, ενώ μιλάτε με την άλλη θεραπεύτρια αγνοώντας με».
Οι ελεύθεροι συνειρμοί της είναι οι εξής: Οι λουλουδάτες πολυθρόνες μου θύμισαν τις πολυθρόνες που είχε η μητέρα μου στο σαλόνι του σπιτιού μας. Πολλές φορές καθόμασταν δίπλα δίπλα και μιλούσαμε, σαν κι εμάς τις δύο δηλαδή στο όνειρο. Αλλά εγώ ένιωθα άβολα γιατί συνήθως οι κουβέντες της ήταν νουθεσίες, ή αναφορές στον εαυτό της. Αδιάφορα πράγματα που σχεδόν δεν τα άκουγα ούτε και τους έδινα σημασία. Θα μπορούσατε να είστε η μητέρα μου; Μπορεί γι’ αυτό να ξεχνάω τι μου λέτε κάθε φορά; Το τηλεοπτικό συνεργείο που εσείς το φέρνετε είναι ίσως ο φόβος της έκθεσής μου εξ αιτίας του παραπτώματος; Αλλά όμως το φέρνετε εσείς σαν να θέλετε να με τιμωρήσετε εκθέτοντάς με στο τηλεοπτικό κοινό. Ίσως κι εσείς να με υποτιμάτε μέσα σας αφού ξέρετε τι έχω κάνει. Αυτό μου θυμίζει τα υποτιμητικά σχόλια της μητέρας μου ως προς την επίδοσή μου στο σχολείο, σε αντίθεση με τον αδερφό μου που ήταν άριστος. Τον ζήλευα και ζηλεύω κι εσάς κατά βάθος γιατί εσείς επιτύχατε στη ζωή σας. Εγώ ποτέ δεν τόλμησα να ασκήσω το επάγγελμα του ψυχολόγου. Ήθελα να εκπαιδευτώ και ως ψυχοθεραπεύτρια αλλά έμεινα στη θέση της καθηγήτριας. Μου αξίζει να με τιμωρήσουν. Τους εξαπάτησα, όπως λίγο ως πολύ εξαπάτησα και τον εαυτό μου.
Η άλλη θεραπεύτρια μου θυμίζει στο όνειρό μου την κ. Β (η ψυχίατρος που την παρακολουθεί). Κάθεστε οι δυο σας όπως κάθονταν και τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου. Μιλάτε αγνοώντας με, όπως κι εκείνοι που με υποτιμούσαν με τα λεγόμενά τους και τη στάση τους. Ένιωσα σαν κατηγορούμενη με ποινή ισόβιας κάθειρξης. Κάποτε σας εξέφρασα την ιδέα της αυτοκτονίας. Όμως ενώ η ψυχίατρος μου πρότεινε να την παίρνω κάθε μέρα τηλέφωνο για να βεβαιωθεί ότι είμαι καλά, εσείς αδιαφορήσατε και πήγατε διακοπές.
Το κοντό φόρεμα δεν είναι για μια καθωσπρέπει κυρία. Α! όπως έλεγε και η μητέρα μου, ότι έπρεπε να ντύνομαι σεμνά. Ένιωσα ντροπή για εσάς που εκτεθήκατε μπροστά μου. Δηλαδή που σας εξέθεσα εγώ, αφού εγώ είδα το όνειρο. Στην αρχή του ονείρου τα άσπρα μαλλιά μου θύμισαν τη μητέρα μου όταν γέρασε. Γίνονται πάλι μαύρα βέβαια στο τέλος. Τώρα σκέφτομαι ότι μαύρα μαλλιά έχω κι εγώ. Μοιάζουμε άρα;
Η Ερμηνεία της Μεταβίβασης στο όνειρο της Μ: Αισθάνομαι ότι αρχικά ο υποτιθέμενος θυμός μου, το ότι θα την έδιωχνα, θα πρέπει να είναι ένα δικό της άγχος, για εκείνο το μέρος της προσωπικότητάς της που μου αντιτίθεται, που δεν νοιάζεται για εμένα και το οποίο εκφράζεται στην αποσύνδεσή του και στην αδυναμία της να μάθει από εμένα. Η Μ αντιδρά στον ιδεώδη διώκτη της,( τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου και εμένα ως αναλύτρια) με δύο τρόπους: καταρχάς επιτιθέμενη σε μένα «από κάτω» (το κοντό φόρεμα) και κατ’ αυτόν τον τρόπο εκμηδενίζοντας τη δύναμη του αντικειμένου. Και κατά δεύτερο λόγο ταυτιζόμενη με τον ιδεώδη διώκτη (καθόμαστε δίπλα δίπλα στις ίδιες πολυθρόνες) και έτσι αντιστρέφοντας τη βασική κατάσταση. Το δικό της διωκόμενο, δεχόμενο την επίθεση και περιφρονημένο μέρος, μεταβιβάζεται στο αντικείμενο, σε εμένα ως θεραπεύτρια. Προσομοιάζει με μια μανιακή μεταβιβαστική κατάσταση, του τύπου που ονομάζεται κατά τον Ράκερ «μανία για επιτίμηση». Μια κατάσταση, όπου κυριαρχεί ο έλεγχος και η υποτίμηση του αντικειμένου. (Πολωνός ψυχαναλυτής, που μετά την είσοδο των ναζί, κατέφυγε στην Αργεντινή όπου αφιερώθηκε στην έρευνα και τη διδασκαλία της ψυχανάλυσης στην νεοσυσταθείσα εκεί ψυχαναλυτική εταιρεία).
Στην ερωτική της μεταβίβαση, με αισθάνεται ίσως ως ένα απορριπτικό αντικείμενο, και τείνει προς μια εκδραμάτιση, σε ένα φλερτάρισμα που αποσκοπεί σε μια φυγή προς την ελευθερία, (να απελευθερωθεί δηλαδή η Μ από τον μεταβιβαστικό δεσμό) και στην εκδίκηση του απορριπτικού αντικειμένου.
Η Αντιμεταβίβασή μου
Υπό το φόβο της δικής μου έκθεσης και της αντίστασης θα προσπαθήσω να εκφράσω την δική μου αντιμεταβίβαση προς την Μ. Γνωρίζουμε ότι όπως η μεταβιβαστική νεύρωση έτσι και η αντιμεταβιβαστική επικεντρώνεται στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Σε αυτό το επίπεδο, κάθε άνδρας θεραπευόμενος αντιπροσωπεύει κατά βάση τον πατέρα και κάθε γυναίκα θεραπευόμενη τη μητέρα.
Η εκδίκηση που προανέφερα στην μεταβίβαση της Μ στο ασυνείδητό μου σαν μίσος απέναντί μου, ίσως προκάλεσε εκνευρισμό και μίσος μέσα μου. Ίσως από την περιγραφή του ονείρου και των συνειρμών της, να αναβίωσα σε συμβολική μορφή, την οιδιποδειακή σχέση με τους δικούς μου γονείς, σαν αυτό που είχε σημάνει για εμένα όταν ήμουν παιδί, δηλαδή σαν μια μεγάλη επιθετικότητα απέναντι στους γονείς μου και εν προκειμένω ιδίως προς τη μητέρα μου. Στην οιδιποδειακή ματαίωση έρχεται να προστεθεί ακόμα μία, που έχει να κάνει με το επάγγελμά μου. Αισθάνομαι αντιμεταβιβαστικά, ματαίωση ίσως και μίσος απέναντι στην Μ, η οποία απορρίπτει τις ερμηνείες μου, τις ξεχνάει, και σκέφτεται να διακόψει την θεραπεία της, για την οποία αισθάνεται ότι δεν την βοηθάει. Εδώ εμφανίζεται το αρνητικό οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Η αντιμεταβίβασή μου είναι ίσως η επιθυμία να αγαπηθώ από την ίδια, όπως μεταβιβαστικά το βλέπει στο όνειρό της ως ομοφυλοφιλική εκδήλωση. Η εικόνα που σχηματίζω γι’ αυτήν μπορεί να αλληλοσυγχωνευτεί με την εικόνα της μισητής μητέρας της. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας την ακούω. Όμως πιάνω τον εαυτό μου να ακούω μεν, αλλά ταυτόχρονα να αφαιρούμαι, να νυστάζω. Ο Ferenczi (1919) γράφει: Στο ερώτημα τι κάνει ο αναλυτής κατά τη διάρκεια της συνεδρίας και τι του συμβαίνει μέσα του, θα μπορούσα κανείς να απαντήσει, σαν πρώτη σκέψη, ότι ο αναλυτής ακούει. Αυτό όμως δεν είναι τελείως αλήθεια. Ακούει την περισσότερη ώρα, ή επιθυμεί να ακούει, αλλά δεν το κάνει συνέχεια. Ο Ferenczi εκφράζει τη γνώμη ότι η διάσπαση προσοχής του αναλυτή δεν έχει μεγάλη σημασία, γιατί σε τέτοιες στιγμές ο αναλυόμενος θα πρέπει σίγουρα να αντιστέκεται. Αναφέρεται σε μια αντιμεταβιβαστική κατάσταση που συνάδει με την ψυχολογική κατάσταση του αναλυόμενου. Η απόσυρση του αναλυτή, είναι μια απόκριση στην απόσυρση του αναλυόμενου, η οποία όμως είναι μια απόκριση σε μια φανταστική ή πραγματική ψυχολογική θέση του αναλυτή. Εάν δεν ακούμε αλλά σκεφτόμαστε κάτι άλλο, μπορούμε να εντάξουμε αυτό το γεγονός στην υπηρεσία της ανάλυσης όσο και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία που αποκτούμε. Και η ενοχή που μπορεί να αισθανθούμε γι’ αυτή την απόσυρση μπορεί να είναι εξ ίσου χρησιμοποιήσιμη αναλυτικά όσο και οποιαδήποτε άλλη αντιμεταβιβαστική αντίδραση.
Η πρόθεσή μου να καταλάβω, δημιούργησε μέσα μου μια συγκεκριμένη προδιάθεση για ταύτιση με την Μ, γεγονός που είναι η βάση της κατανόησης. Για να πετύχω, ταυτίζω το Εγώ μου με το Εγώ της, ταυτίζοντας ίσως κάθε μέρος της προσωπικότητάς μου με το αντίστοιχο ψυχολογικό μέρος της. Το Υπερεγώ μου με το Υπερεγώ της και το Εκείνο με το Εκείνο της. Αλλά ταυτίζομαι και με τα εσωτερικά αντικείμενά της, ως “συμπληρωματικές ταυτίσεις” κατά την Helen Deutsh. Οι συμπληρωματικές ταυτίσεις δημιουργούνται από το γεγονός ότι ο αναλυόμενος αντιμετωπίζει τον αναλυτή ως ένα εσωτερικό προβεβλημένο αντικείμενο και στη συνέχεια ο αναλυτής αισθάνεται να αντιμετωπίζεται σαν τέτοιο. Είναι ο νόμος της ανταπόδοσης. Για παράδειγμα θετική μεταβιβαστική κατάσταση απαντάται με μια θετική αντιμεταβίβαση. Σε κάθε αρνητική μεταβίβαση αποκρίνεται ο αναλυτής με μια αρνητική αντιμεταβίβαση. Έχει μεγάλη σημασία για τον αναλυτή να έχει συνείδηση αυτού του νόμου γιατί η επίγνωσή του είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφύγει να «πνιγεί» μέσα στην αντιμεταβίβαση. Εάν δεν έχει επίγνωση, δεν θα μπορέσει να αποφύγει να μπει στο φαύλο κύκλο της νεύρωσης του αναλυόμενου, πράγμα που θα εμποδίσει, ή ακόμα και θα αποτρέψει το έργο της θεραπείας.
Η παρόμοια κατά προσέγγιση ηλικία της Μ., η σωματική της εμφάνιση που προσομοιάζει της δικής μου, οι κοινές σπουδές, η κοινή ιδιότητά μας ως διδάσκουσας, μητέρας με δύο παιδιά, προκάλεσαν ίσως την ανάδυση μιας πλευράς αυτού που είχε ήδη επιτελεστεί μέσα μου, ως εσωτερική οιδιποδειακή κατάσταση. Μου ανακίνησε προφανώς συναισθήματα και ενορμήσεις που κατηύθυνα προς τη μητέρα μου, κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης. Η οιδιποδειακή σχέση που περιγράφει σε σχέση με τον πατέρα της, ανακινεί αντίστοιχα συναισθήματα στη δική μου σχέση με τον πατέρα μου, και τη ζήλεια προς τη μητέρα μου. Νιώθω μέσω της προβλητικής ταύτισης άγχος και φόβο. Φοβάμαι ότι δεν είμαι ικανή θεραπεύτρια, αφού δεν μπορεί να συνδεθεί μαζί μου και οι ερμηνείες μου είναι άστοχες και ανούσιες, γι’ αυτό δεν τις θυμάται όταν φεύγει. Κάποιες φορές ξεχνάω σημαντικά στοιχεία του ιστορικού της. Δεν μπορώ να την φροντίσω όπως εκείνη θέλει και θα φύγει, θα εγκαταλείψει τη θεραπεία, γιατί αισθάνομαι ότι «βλέπει» μέσα μου το φόβο και το άγχος της αποτυχίας. Αισθάνομαι ότι με τοποθετεί στη θέση του κοριτσιού, που η μητέρα της δεν είναι ικανή να καταλάβει το μέγεθος του πόνου της. Άρα είμαι όντως ταυτόχρονα στερητική αλλά και τιμωρητική αφού συγχρόνως την εκθέτω σε αυτό που εκείνη της απαγόρευε. Τα εν οίκω μη εν δήμω. Με τον ίδιο τρόπο εκθέτομαι κι εγώ σε κοινή θέα, αφού φαίνονται τα πόδια μου και γίνομαι ξεδιάντροπη. Αισθάνομαι ντροπή αλλά και μίσος απέναντί της, ως αντιστάθμισμα στην μεγάλη αντίστασή της που προβάλλει ως μίσος απέναντί μου. Η κύρια αντίστασή της είναι μια εκδήλωση συγκρούσεων με τα ενδοβλημένα αντικείμενά της. Αυτό, με φέρνει κάποιες φορές σε απελπισία, αντιμετωπίζοντας τα προβλήματα της εργασίας μου, διότι με κάνει να νιώθω ότι ο τρόπος που χειρίζομαι τη θεραπεία της, οδηγεί στην αποτυχία. Έτσι πέφτω στην παγίδα που μου έχει στήσει, γιατί πιστεύω ότι η Μ ασυνείδητα μου καταλογίζει κακότητα που εμφανίζεται στο σημείο του ονείρου που συζητώ με την άλλη θεραπεύτρια αγνοώντας την, και πηγαίνω διακοπές, εγκαταλείποντάς την. Ταυτόχρονα το προβεβλημένο σε αυτήν Υπερεγώ μου, με κάνει να σκέφτομαι: Δεν είμαι ανίκανη θεραπεύτρια, αλλά εκείνη δεν είναι καλή θεραπευόμενη.
Ως προς το κομμάτι του ονείρου που φέρνει τον συνειρμό ότι μπορεί να είμαι η μητέρα της, επικεντρώνεται σε μια σύγκρουση με την ενδοβλημένη μητέρα, την οποία προβάλλει επάνω μου και θα με αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο. Εγώ αισθάνομαι ότι με αντιμετωπίζει σαν την μητέρα της, άσχημα δηλαδή, και αντιδρώ εσωτερικά σε ένα μέρος της προσωπικότητάς μου, σύμφωνα με αυτή την αντιμετώπιση. Συνειδητοποιώ αυτή την αντίδραση από μέρους μου, ειδάλλως θα ανανέωνα τις καταστάσεις που σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, βοήθησαν στην κατάθλιψη της Μ. Σύμφωνα με την Helen Deutsh είναι υψίστης σημασίας το να αναπτύξουμε ως αναλυτές το Εγώ παρατηρητή των αντιμεταβιβαστικών μας αντιδράσεων, γιατί έτσι θα βοηθήσουμε τις συνεχείς μεταβιβαστικές καταστάσεις του αναλυόμενου και να τις ερμηνεύσουμε, και όχι να κυριαρχούμαστε ασυνείδητα από αυτές, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην «αντεκδικητική σιωπή» ορισμένων αναλυτών.
Επί πλέον για την Μ υπάρχει η πιθανότητα της αυτοκτονίας. Αντιμέτωπη με τέτοιο κίνδυνο, βιώνω άγχος. Αν η θεραπεία αποτύχει θα γίνω αντικείμενο αρνητικής κριτικής εκ μέρους των συναδέλφων αναλυτών και του επόπτη μου. Το Υπερεγώ έχει προβληθεί σε αυτά τα πραγματικά αντικείμενα, δεδομένου ότι ψυχαναλυτικά, το να ασκούμε αυτό το επάγγελμα, σε οιδιποδειακό επίπεδο, είναι σε μια ακραία του μορφή, να καταστρέφεις τον πατέρα και να κατακτάς τη μητέρα.
Τι είναι η Αντιμεταβίβαση
Ο Φρόιντ επινόησε τον όρο αντιμεταβίβαση σε προφανή αναλογία με τη μεταβίβαση την οποία όρισε ως αναεντυπώσεις ή επανεκδόσεις των εμπειριών της παιδικής ηλικίας συμπεριλαμβανομένων μεγαλύτερων ή μικρότερων τροποποιήσεων της αρχικής εμπειρίας. Θεωρεί ότι η αντιμεταβίβαση καθίσταται ένα τεχνικό πρόβλημα ή «θέμα» όταν γίνεται σεξουαλική ή αρνητική. Κι αυτές εμφανίζονται σε μεγάλο βαθμό κυρίως σαν αντίσταση, σε αυτή την περίπτωση του αναλυτή ως αντι-αντίσταση. Οι τρεις παράγοντες που χαρακτηρίστηκαν από τον Φρόιντ ως ορίζουσες των δυναμικών της μεταβίβασης (η ενόρμηση για επανάληψη των χαραγμένων παιδικών εμπειριών, η λιβιδινική ανάγκη και η αντίσταση) είναι επίσης αποφασιστικοί για τα δυναμικά της αντιμεταβίβασης.
Η ανακάλυψη από τον Φρόιντ το 1910 της αντιμεταβίβασης και της μεγάλης σημασίας της για το θεραπευτικό έργο είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του θεσμού της εκπαιδευτικής ανάλυσης η οποία κατέστη η βάση και το κέντρο της ψυχαναλυτικής εκπαίδευσης. Παρ’ όλα αυτά η αντιμεταβίβαση δεν έγινε αντικείμενο επιστημονικής εξέτασης παρά μόνο τα επόμενα 40 χρόνια. Ο Racker στο βιβλίο του «Μεταβίβαση και Αντιμεταβίβαση» προτείνει μόνο μια εξήγηση: Η έλλειψη επιστημονικής διερεύνησης της αντιμεταβίβασης θα πρέπει να οφείλεται στην εκ μέρους των αναλυτών απόρριψη των αντιμεταβιβάσεών τους μια απόρριψη η οποία αντιπροσωπεύει ανεκπλήρωτους αγώνες απέναντι στα προσωπικά τους άγχη και την προσωπική τους ενοχή. Αυτοί οι αγώνες είναι στενά συνδεδεμένοι με εκείνα τα παιδικά ιδεώδη που επιβιώνουν εξ αιτίας του ότι στην προσωπική τους ανάλυση υπήρξε ανεπαρκής κατανόηση, ή εκείνων ακριβώς των μεταβιβαστικών προβλημάτων που αργότερα επηρεάζουν την αντιμεταβίβασή τους. Θα πρέπει να αποδεχθούν το γεγονός ότι εξακολουθούν να είναι παιδιά και νευρωτικοί, ακόμα και όταν γίνονται ενήλικες και αναλυτές. Όταν το παιδί γίνεται ενήλικας και αναλυτής ασυνείδητα απαιτεί από τον εαυτό του ασυνείδητα να ταυτιστεί πλήρως με τα παιδικά ιδεώδη. Κατά τη γνώμη του Ράκερ γι’ αυτό το λόγο έχει μελετηθεί περισσότερο το οιδιπόδειο σύμπλεγμα του παιδιού προς τους γονείς του και του αναλυόμενου προς τον αναλυτή του, από ότι αυτό των γονέων προς τα παιδιά τους και του αναλυτή προς τον αναλυόμενο. Για τον ίδιο λόγο έχει εξεταστεί περισσότερο η μεταβίβαση από την Αντιμεταβίβαση.
«Ο ρόλος της αντιμεταβίβασης είναι διπλός. Μπορεί να παρεμβαίνει και να παρεμποδίζει στο βαθμό που ο αναλυτής είναι ένας ερμηνευτής πρώτον, και δεύτερον στο βαθμό που ο αναλυτής είναι το αντικείμενο των παρορμήσεων. Όσον αφορά το πρώτο, η αντιμεταβίβαση μπορεί να βοηθά, να διαστρεβλώνει ή να εμποδίζει την αντίληψη των ασυνειδήτων διαδικασιών. Όσον αφορά στο δεύτερο- ο αναλυτής ως αντικείμενο- η αντιμεταβίβαση επηρεάζει τον τρόπο του αναλυτή και τη συμπεριφορά του, πράγμα που με τη σειρά του επηρεάζει την εικόνα που σχηματίζει ο αναλυόμενος γι’ αυτόν. Μέσω των ερμηνειών του αναλυτή, της μορφής που τους δίνει, της φωνής του, μέσω κάθε στάσης που υιοθετεί απέναντι στον ασθενή, ο ασθενής αντιλαμβάνεται συνειδητά ή ασυνείδητα την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο αναλυτής. Οι αντιμεταβιβαστικές εμπειρίες μπορούν να διαχωριστούν σε δύο τάξεις. Η μία θα μπορούσε να ονομαστεί «αντιμεταβιβαστικές σκέψεις», η άλλη «αντιμεταβιβαστικές θέσεις».
Αξιοσημείωτο είναι ότι λίγα γραπτά υπάρχουν κάτω από την επικεφαλίδα αντιμεταβίβαση. Σε ιστορικά περιπτώσεων η αντιμεταβίβαση σπάνια επισημαίνεται και ακόμα λιγότερο αντιμετωπίζεται σε κάποιο βάθος. Κατά τη γνώμη του Ράκερ αυτά τα γεγονότα οφείλονται τουλάχιστον εν μέρει σε αντίσταση. Φαίνεται ότι μεταξύ των αναλυτικών υποκειμένων η αντιμεταβίβαση αντιμετωπίζεται κάπως σαν ένα παιδί για το οποίο οι γονείς του ντρέπονται. Αλλά αυτή η ντροπή- ή αλλιώς ο κίνδυνος που απειλεί την αυτοεκτίμηση του αναλυτή και την εκτίμηση που τρέφουν οι άλλοι γι’ αυτόν- συνεχίζει να είναι νευρωτική, δεν είναι πια παρά μια επιφανειακή έκφραση των αιτίων της αντίστασής του να αποκτήσει επίγνωση της αντιμεταβίβασης. Πίσω από αυτή βρίσκονται όλοι οι φόβοι και οι άμυνες που είναι εγγενείς στη νεύρωσή του, στις παλιές ενορμήσεις και τα άγχη του.
Προς το τέλος του τέταρτου χρόνου πριν τη λήξη της θεραπείας διηγείται το εξής όνειρο
2ο Όνειρο
Είμαστε σε συνεδρία. Καθόμαστε απέναντι στις πολυθρόνες μας. Σας λέω ότι χώρισα από τον σύζυγό μου, αλλά εξακολουθώ να μένω στο σπίτι μας. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει μια νέα κοπέλα με το δίχρονο κοριτσάκι της. Εσείς σηκώνεστε αμέσως και τρέχετε προς το μέρος τους. Το πιάνετε και το σηκώνετε ψηλά με καμάρι και χαρά το αγκαλιάζετε και το κρατάτε πάνω στο στήθος σας το οποίο είναι θαυμάσιο. Φαίνεται να γνωρίζεστε πολύ καλά γιατί και το κοριτσάκι γελάει και σας αγκαλιάζει χαρούμενο. Εγώ θυμώνω γιατί δεν τηρείτε το πλαίσιο και δίνετε μεγαλύτερη σημασία στην κοπέλα και το κοριτσάκι απ’ ότι σε μένα.
Ελεύθεροι συνειρμοί: Ενώ εγώ σας μιλάω για το χωρισμό μου που πράγματι συμβαίνει και στην αληθινή ζωή μου, εσείς μοιάζει να ενδιαφέρεστε περισσότερο για την κοπέλα και το κοριτσάκι. Τώρα μου έρχεται μία ανάμνηση από την παιδική μου ηλικία. Είμαστε στη βεράντα του σπιτιού μας με τη μητέρα μου. Εγώ πρέπει να ήμουν 12 ετών. Θυμάμαι να της λέω κλαίγοντας ότι δεν με αγαπάει όπως τον αδερφό μου κι εκείνη κοιτάζει μπροστά της δίχως να μου ρίχνει ένα βλέμμα και δεν μου απαντάει. Ένιωσα σαν να μην υπάρχω για εκείνη. Δεν ήξερα πώς να την κάνω να με προσέξει. Ήμουν αόρατη. Στο όνειρο μοιάζετε σαν γιαγιά. Όμως μου θυμίζετε και την μητέρα μου που έκανε έτσι με τα παιδιά μου όταν ήταν μικρά. Εγώ ζήλευα γιατί έβλεπα μια μητέρα που δεν μου θύμιζε σε τίποτα τη δική μου της παιδικής μου ηλικίας. Η μητέρα μου πρόσεχε τα παιδιά μου όταν εργαζόμουν αλλά εμένα δεν με φρόντιζε. Όταν ήμουν μικρή δεν θυμόμουν να με αγκαλιάζει. Έλεγε ότι δεν μπορούσε να δείχνει και να φέρεται τρυφερά. Δεν το είχε μάθει από τη μητέρα της η οποία ήταν επίσης στερητική και υποτιμητική. Μοιάζετε φυσιογνωμικά στην μητέρα μου, δεν θυμάμαι να σας το έχω πει ποτέ.
Όμως όταν σας βλέπω στο όνειρο να τρέχετε και να αγκαλιάζετε το κοριτσάκι, θυμώνω και ζηλεύω το παιδί γιατί όχι μόνο με εγκαταλείπετε αλλά δίνετε την αγάπη σας σε κάποιον άλλο. Αισθάνομαι μια απόρριψη σαν αυτή που ένιωθα από τη μητέρα μου. Ταυτόχρονα όμως γνωρίζω ότι νοιάζεστε για μένα. Ίσως το κοριτσάκι που αγκαλιάζετε να είμαι εγώ τελικά. Με παίρνετε από μια μαμά που δεν με φροντίζει για να γίνετε εσείς μια καλύτερη μαμά.
Ερμηνεία της Μεταβίβασης: Το τελευταίο διάστημα ακούει με προσοχή τις ερμηνείες μου. Την επόμενη φορά έρχεται με σημειώσεις και σκέψεις πάνω σε αυτές. Δεν αφαιρείται και προσέχει την κάθε λεπτομέρεια στις συζητήσεις μας. Αρχίζει να με αγαπάει και μου δίνει ζωή μέσα από τα συναισθήματά της. Αισθάνεται ότι το μικρό κοριτσάκι είναι εκείνη κι εγώ την αγκαλιάζω και την κρατάω (holding) πάνω στο καλό στήθος μου. Είμαστε σαν μάνα με κόρη που τώρα κάνει τα πρώτα της βήματα και η μητέρα την υποστηρίζει κρατώντας την ψηλά και θαυμάζοντάς την. Ο θυμός της εκφράζει ότι παρ’ όλα αυτά χρειάζεται περισσότερη σημασία. Έχει ακόμα ανάγκη περισσότερο κράτημα. Το όνειρο με το κοριτσάκι που το αγκαλιάζω και το ακουμπώ στο στήθος μου, δείχνει ότι οι ερμηνείες γίνονται αισθητές σαν οι θαυμάσιες πλευρές και τα περιεχόμενα του στήθους το οποίο δίνει ζωή. Ο θαυμασμός για το στήθος είναι η βάση κάθε δημιουργικής ικανότητας, όπως έχει δείξει η Μέλανυ Κλάιν (1957). Η Μ αισθανόταν να είναι μια κακή κόρη όσο δεν ήθελε να αναγνωρίσει την καλότητα και την ικανότητα αυτού του στήθους. Ήξερε ότι αυτό το στήθος ήταν καλό αλλά το ήθελε για τον εαυτό της πράγμα που θα της έδινε τη δυνατότητα να υπερισχύσει της μητέρας αναλύτριας.
Στην αρχή η Μ βίωσε αυτή την ερμηνεία με μεγάλη ευχαρίστηση. Η πρώτη της αντίδραση ήταν να αισθανθεί έκπληξη γι’ αυτό που είχα μπορέσει να δω στο όνειρο. Αυτό το συναίσθημα όμως εξαφανίστηκε αμέσως για να αντικατασταθεί από απαισιόδοξες ιδέες γύρω από την κατάστασή της και το μέλλον της. Ο θαυμασμός και η καλή της σχέση με τη μητέρα αναλύτρια εμποδίστηκαν και πάλι από τον ανταγωνισμό της και το φθόνο της, όπως μπορεί να γίνει κατανοητό στο όνειρο. Θυμώνει που δεν κρατάω το πλαίσιο, δεν είμαι καλή θεραπεύτρια, δεν την φροντίζω αφού ασχολούμαι με το κοριτσάκι. Επιπλέον το να αποδεχθεί την καλότητά μου θα σήμαινε να αντέξει το βάρος των ενοχικών συναισθημάτων της. Αυτό έγινε φανερό από το γεγονός ότι η Μ στράφηκε γρήγορα προς νέες κατηγορίες για τις ερμηνείες μου. Όταν της είπα ότι μετασχημάτισε γρήγορα την τροφή που της έδωσα, η οποία της είχε αρέσει τόσο πολύ, σε κακή τροφή, συνέχισε λέγοντας ότι η μητέρα της δεν ήθελε να την θηλάζει γιατί της δάγκωνε το στήθος. Ήταν φανερό ότι αυτή η άμυνα εναντίον των συναισθημάτων ενοχής που οφειλόταν στα εχθρικά της συναισθήματα προς τη μητέρα, επέστρεφε.
Αντιμεταβιβαστικά: Όπως υπάρχει η αμφιθυμία από την πλευρά της έτσι υπάρχει και από τη δική μου. Από τη μία αισθάνομαι ότι έρχεται κοντά μου και ότι έχω μπει πλέον στη θέση της καλής μητέρας. Το κράτημά μου είναι γερό και σταθερό. Όμως ταυτόχρονα αισθάνομαι ότι αμφισβητεί τη σχέση της μαζί μου, οπότε αμφισβητώ κι εγώ την ικανότητά μου ως ψυχοθεραπεύτρια. Μια γίνομαι η καλή μητέρα που προσφέρει το στήθος που εκείνη το παίρνει στο όνειρο, και μια η μητέρα που την εγκαταλείπει. Προσπαθεί να αποκαταστήσει το εσωτερικευμένο αντικείμενο. Κι εγώ προσπαθώ να ανταποκριθώ αισθανόμενη όμως άγχος και φόβο εγκατάλειψης. Εν τέλει με τους ελεύθερους συνειρμούς της, με μετατρέπει σε καλό αντικείμενο. Με τοποθετεί στη θέση της καλής μαμάς, που την παίρνει από τα χέρια της κακής. Αισθάνομαι ότι η σχέση μας τείνει να αποκατασταθεί, η θετική μεταβίβαση μοιάζει να παίρνει τη θέση της αρνητικής και αισιοδοξώ για την εξέλιξη της θεραπείας.
Η Μέλανι Κλάιν ταύτισε πολύ νωρίς την απληστία, ως πρωτόγονη μορφή της επιθετικότητας και του φθόνου. Καταβροχθίζοντας τον μαστό, το βρέφος μπορεί να πιστεύει ότι τον κατέστρεψε ή του προκάλεσε βλάβη. Καταστρέφοντας όμως τον άλλο, πλήττει τον εαυτό του, εφόσον δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον μαστό. Είναι τα παρανοειδή διωκτικά άγχη κατά τη διάρκεια της σχιζοπαρανοειδούς θέσης,σύντομα στην καταθλιπτική θέση, θα μπορέσει να επανορθώσει, δημιουργώντας τη φαντασίωση ότι ξαναενώνει όλα τα κομμάτια της και την ξαναζωντανεύει. Η επανόρθωση, φαντασίωση που ανέδειξε η Μέλανι Κλάιν, οδηγεί το παιδί σε προσπάθειες αποκατάστασης του εξωτερικού αντικειμένου, που η καταστροφικότητά του έχει φαντασιωτικά καταστρέψει. Είναι μια θεμελιώδης ψυχική διαδικασία που επιτρέπει να καταπραϋνθεί η ενοχή. Μπορούμε να πούμε απλοποιώντας ότι, αν καταβροχθίζει κανείς ή ενσωματώνει κάτι με απληστία, άρα επιθετικά, θα σπεύσει να το αποκαταστήσει επανορθώνοντάς το, το ταχύτερο δυνατόν. Η επανόρθωση αποτελεί τη βάση της μετουσίωσης. Οι προσπάθειες επανόρθωσης είναι μια ατέρμονη υποχρέωση, αφού η ενοχή αναδύεται ξανά αδιάκοπα.
Σιγά σιγά μέσω της ανάλυσης της μεταβιβαστικής σχέσης της Μ προς τις ερμηνείες, οι σημαντικότερες παιδικές συγκρούσεις της έγιναν αντικείμενο διεπεξεργασίας. Ταυτόχρονα και βαθμιαία συντελέστηκαν σημαντικές αλλαγές στη σχέση της με τις ερμηνείες, αν και όχι δίχως οπισθοδρομήσεις πράγμα που έκανε εφικτή την καλύτερη αποδοχή και την αφομοίωσή τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο επηρεάστηκε ευνοϊκά η αρνητική θεραπευτική αντίδραση, μειώθηκε το άγχος και δημιουργήθηκε η βάση για καλύτερες σχέσεις με τα εσωτερικά και εξωτερικά αντικείμενα.
Δεν διασπάται πλέον η προσοχή μου. Την ακούω με προσήλωση διότι οι παρατηρήσεις και οι ερμηνείες της προς τον εαυτό της είναι εντυπωσιακές. Την θαυμάζω γιατί παρ’ όλο τον εφιάλτη που βίωνε, δεν σταμάτησε ποτέ να εργάζεται και να προσφέρει στα παιδιά της. Διατήρησε τις φιλικές και επαγγελματικές της σχέσεις. Συνειδητοποίησε ότι η σχέση με το σύζυγό της ήταν καταδικασμένη και υπέβαλε αίτημα διαζυγίου. Πήρε την απόφαση να κάνει εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία με σκοπό να ασκήσει στο μέλλον το επάγγελμα της ψυχοθεραπεύτριας.
Μετά από μικρό χρονικό διάστημα από το τελευταίο όνειρο, διενεργήθηκε το πειθαρχικό και η Μ τιμωρήθηκε με παύση τριών μηνών από τα καθήκοντά της. Η ελαφρύτερη ποινή που θα μπορούσε να περιμένει.
Αποφάσισε να ζητήσει μετάθεση εκτός Αθηνών. Αυτός ήταν ο προφανής λόγος που θέλησε να διακόψει τη θεραπεία. Με ενημέρωσε τηλεφωνικά ότι πρέπει να φύγει σύντομα. Μου είπε ότι αισθανόταν πλέον δυνατή και έτοιμη να δουλέψει μόνη με τον εαυτό της. Ήρθε να με χαιρετήσει. Μου ζήτησε αν μπορούσε να με αγκαλιάσει. Ήταν ένας συγκινητικός αποχωρισμός. Κατά καιρούς επικοινωνεί μαζί μου με μηνύματα για ευχές και ευχαριστίες.
Πίστευα τότε ότι η θεραπεία θα έπρεπε να συνεχιστεί ακόμα, ώστε το δίχρονο κοριτσάκι να ενηλικιωθεί. Ανησυχούσα ότι μπορεί να έκανε κάποιο πισωγύρισμα όπως θα βρισκόταν μόνη της μακριά από την Αθήνα και τους δικούς της ανθρώπους. Ευτυχώς διαψεύστηκα. Εκείνα τα 4 χρόνια θεραπείας ήταν σημαντικά και για εκείνη και για εμένα. Η θετική εν τέλει μεταβίβασή της, τη βοήθησε να κάνει τομές στη ζωή της. Τα αντιμεταβιβαστικά μου συναισθήματα προς τη Μ που σε αυτήν έβλεπα πολλά δικά μου κομμάτια, με ωρίμασαν εκείνη την περίοδο της ζωής μου που μάθαινα την τέχνη της ψυχοθεραπείας. Οι ταυτίσεις μου μαζί της με οδήγησαν στην αναβίωση παιδικών αναμνήσεων και συναισθημάτων προς τους γονείς μου. Ήταν μια από τις σημαντικότερες εμπειρίες που βίωσα ως ψυχοθεραπεύτρια.
Θα ήθελα να κλείσω με τα λόγια του Γιάλομ από το βιβλίο του «το δώρο της ψυχοθεραπείας»: «είμαστε φύλακες μυστικών. Κάθε μέρα οι ασθενείς μας μας τιμούν με τα μυστικά τους που συχνά δεν τα έχουν πει σε κανέναν. Να δέχεσαι τέτοια μυστικά είναι ένα προνόμιο που λίγοι το έχουν. Τα μυστικά δίνουν μια παρασκηνιακή όψη της ανθρώπινης κατάστασης χωρίς κοινωνικά φτιασιδώματα.
Η δουλειά μας μας δίνει την ευκαιρία να υπερβούμε τον εαυτό μας, να εξελιχθούμε και να ωριμάσουμε. Γινόμαστε εξερευνητές αφοσιωμένοι στην κατάκτηση του πιο μεγαλειώδους στόχου, της ανάπτυξης και φροντίδας του ανθρώπινου νου. Μερικές φορές το πρώτο βήμα της διαδικασίας αυτής γίνεται δουλεύοντας με τα όνειρα, σε μια φάση που και οι δυο μας, ο ασθενής κι εγώ απορούμε πώς αναδύθηκαν μέσα από το σκοτάδι τέτοιες ιδιοφυείς κατασκευές και φωτεινές εικόνες.
Θεωρούσα πάντα εξαιρετικό προνόμιο να ανήκω σε αυτή τη σεβαστή και τιμημένη συντεχνία των ανθρώπων που γιατρεύουν τους άλλους. Εμείς οι θεραπευτές είμαστε μέρος μιας παράδοσης που οι ρίζες της ξεπερνούν τους άμεσους προγόνους μας στην ψυχοθεραπεία, οι οποίοι ξεκινούν με τον Φρόιντ και όλους τους δικούς του προγόνους τον Νίτσε τον Σοπενχάουερ, τον Κίρκεγκωρ και φτάνουν ως τον Πλάτωνα τον Σωκράτη, τον Σοφοκλή, το Γαληνό τον Ιπποκράτη και όλους τους άλλους μεγάλους φιλοσόφους και γιατρούς που από τα βάθη του χρόνου, ο στόχος τους ήταν να προσφέρουν ανακούφιση στον ανθρώπινο πόνο.