ΜΕΛΑΝΙ ΚΛΑΙΝ

Η συμβολή της Μέλανι Κλάιν(1882-1960) στην ψυχαναλυτική θεωρία και τεχνική μπορεί να διαιρεθεί γενικά σε τρεις φάσεις. Κατά την πρώτη το 1932, έθεσε τα θεμέλια της παιδοψυχανάλυσης και καθόρισε τις πρώιμες αναπτυξιακές ρίζες του οιδιποδείου συμπλέγματος. Η δεύτερη ολοκληρώθηκε με τη διατύπωση της έννοιας της καταθλιπτικής θέσης και των μανιακών αμυντικών μηχανισμών από το 1934 έως το 1940. Η τρίτη φάση αναφέρεται στο πρωιμότατο στάδιο το οποίο ονόμασε σχιζοπαρανοειδή θέση και διατυπώνεται το 1957. Τα μεγάλα αυτά αναπτυξιακά στάδια του ατόμου που περιγράφει στις θέσεις, χαρακτηρίζουν αντίστοιχα το πρώτο και το δεύτερο ήμισυ του πρώτου έτους της ζωής.

Η Μέλανι Κλάιν όταν άρχισε το 1920 την ανάλυση των παιδιών, κυρίως του γιου της Έριχ, έριξε νέο φως στην πρώιμη ανάπτυξη του παιδιού. Μέχρι το 1934 ακολουθούσε τον Freud και  τον Abraham, από τότε και μετά όμως, με τη θεωρία των θέσεων, προσπάθησε να προσδιορίσει την πραγματική δομή του Εγώ και του Υπερεγώ.

Εισήγαγε το παιχνίδι και το σχέδιο στην ανάλυση των παιδιών και με αυτή την τεχνική άνοιξε το δρόμο προς το ασυνείδητο του παιδιού. Με βάση τις φαντασιώσεις των παιδιών, διαμορφώνει τις μεταψυχολογικές της θέσεις. Θέτει την ύπαρξη του Εγώ ήδη από την αρχή της ψυχικής ζωής του παιδιού και υποστηρίζει ότι το Υπερεγώ όχι μόνο προηγείται του οιδιποδείου συμπλέγματος, πολύ νωρίτερα δηλαδή από ότι πρέσβευε η κλασική θεωρία, αλλά και προωθεί την ανάπτυξή του.

Τα ευρήματά της Κλάιν για πρώιμες αντικειμενοτρόπες σχέσεις, έριξαν νέο φως στην ανδρική και γυναικεία σεξουαλικότητα. Εκείνο δε που έχει μεγάλη σημασία για την ψυχαναλυτική προσέγγιση παιδιών και ενηλίκων είναι οι παρατηρήσεις της ότι, οι θέσεις αυτές που αναπτύσσονται  κατά τη στοματική φάση της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, αναφαίνονται και σε διαφορετικές ηλικίες, και εκτυλίσσονται ως αμυντικοί μηχανισμοί, που ενεργοποιούνται σε όλη τη διάρκεια της ζωής, ιδιαίτερα μέσα στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία.

ΜΕΛΑΝΙ ΚΛΑΙΝ

Βιογραφία

Γεννήθηκε στη Βιέννη το 1882 από Εβραίους γονείς και ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Στα 4 χάνει την 9χρονη αδερφή της από φυματίωση και στα 18, τον αδερφό της 25 ετών από ναρκωτικά.  Αποφασίζει να σπουδάσει γιατρός, αλλά σύντομα εγκαταλείπει τις σπουδές της λόγω οικονομικών προβλημάτων της οικογένειας. Το 1903 παντρεύεται τον Άρθουρ Κλάιν, αποκτούν 3 παιδιά και αργότερα παίρνουν διαζύγιο. Το 1914 διαβάζει το έργο του Φρόιντ για να βρει διέξοδο στην κατάθλιψή της, και στη συνέχεια προχωρεί σε προσωπική ψυχανάλυση με τον Φερέντσι. Κατόπιν  προτροπής του, αρχίζει στη Βουδαπέστη, την ψυχανάλυση παιδιών και παρουσιάζει την πρώτη της εργασία για την ψυχανάλυση ενός 5χρονου, του γιου της Έριχ, οπότε και εκλέγεται μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας της Βουδαπέστης. Κατόπιν πρόσκλησης του Καρλ Άμπραχαμ πηγαίνει το 1921 στο Βερολίνο για εργασία. Αν και υποστηρίζεται από τον  Άμπραχαμ, εξ αιτίας του διαζυγίου της και της έλλειψης βασικού πτυχίου, δεν μπορεί να παραμείνει σ’ ένα περιβάλλον όπου επικρατεί το αντρικό φύλο. Επί πλέον ο νέος γραμματέας της εταιρείας του Βερολίνου, κάθετα αντίθετος προς την ανάλυση εκ μέρους μη γιατρών, της συμπεριφέρεται όλο και εχθρικότερα. Το 1925 μετά το θάνατο του Άμπραχαμ, προσκαλείται στο Λονδίνο από τον Έρνεστ Τζόουνς. Στο διάστημα εκείνο, έρχεται σε δημόσια αντιπαράθεση, με τη διάσημη ψυχαναλύτρια κόρη της, Μελίττα Σμίντεμπεργκ, ενόσω και οι δύο είναι μέλη της Βρετανικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και έκτοτε οι σχέσεις τους ψυχραίνονται, ενώ αργότερα, πεθαίνει στα 27 του, ο γιος της σε ατύχημα. Πέθανε το 1960 στα 78 της χρόνια, στο Λονδίνο. Το έργο της μεταφράστηκε σε 15 γλώσσες και το 1991 κυκλοφόρησε λεξικό Κλαϊνικών όρων.

Το έργο της:

Η συμβολή της Μέλανι Κλάιν στην ψυχαναλυτική θεωρία και τεχνική μπορεί να διαιρεθεί γενικά σε τρεις φάσεις. Η πρώτη αρχίζει με τη δημοσίευση του «Η ψυχανάλυση των παιδιών» το 1932. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έθεσε τα θεμέλια της παιδοψυχανάλυσης και καθόρισε τις πρώιμες αναπτυξιακές ρίζες του οιδιποδείου συμπλέγματος. Η δεύτερη φάση ολοκληρώθηκε με τη διατύπωση της έννοιας της καταθλιπτικής θέσης και των μανιακών αμυντικών μηχανισμών, που περιγράφονται κυρίως στη μελέτη της «Συμβολή στην ψυχογένεση των μανιοκαταθλιπτικών καταστάσεων» το 1934 και στο «Πένθος και η σχέση του με τις μανιοκαταθλιπτικές καταστάσεις» το 1940. Η Τρίτη φάση αναφέρεται στο πρωιμότατο στάδιο το οποίο ονόμασε σχιζοπαρανοειδή θέση και διατυπώνεται κυρίως στη μελέτη της «Σημειώσεις πάνω σε μερικούς σχιζοειδείς μηχανισμούς» το 1957.

Η Μέλανι Κλάιν όταν άρχισε το 1920 την ανάλυση των παιδιών, κυρίως του γιου της Έριχ, έριξε νέο φως στην πρώιμη ανάπτυξη του παιδιού. Διαπίστωσε την ανάγκη που έχει το παιδί, να μειώνει την ιδέα του για την τελειότητα των γονιών του, όσο μειώνεται το δικό του αίσθημα παντοδυναμίας.

Μέχρι το 1934 ακολουθούσε τον Freud και  τον Abraham, από τότε και μετά όμως, με τη θεωρία των θέσεων, δεν συγκρούσθηκε μεν με την έννοια του Εγώ-Υπερεγώ-Αυτό, αλλά προσπάθησε να προσδιορίσει την πραγματική δομή του Εγώ και του Υπερεγώ.

Εισήγαγε το παιχνίδι και το σχέδιο στην ανάλυση των παιδιών και με αυτή την τεχνική άνοιξε το δρόμο προς το ασυνείδητο του παιδιού. Θεώρησε ότι το παιχνίδι, είναι ένας εξιδανικευμένος τρόπος του παιδιού να εκφράζει την επιθετικότητά του απέναντι στους άλλους, ενώ ταυτόχρονα είναι ικανό να τους αγαπάει. Κατά τη διάρκεια της ανάλυσης του νηπίου, μέσω του παιχνιδιού, το φαντασιακό υλικό εκδιπλώνεται εύκολα και οι ερμηνείες του αναλυτή επιτρέπουν την ανάδυση και την κατανόηση των πιο πρώιμων εκδηλώσεων άγχους και επιθετικότητας.

Με βάση τις φαντασιώσεις των παιδιών, διαμορφώνει τις μεταψυχολογικές της θέσεις. Η Κλάιν θέτει την ύπαρξη του Εγώ ήδη από την αρχή της ψυχικής ζωής του παιδιού, τονίζει πόσο βίαια είναι τα άγχη και οι επιθέσεις του, αλλά και η συνακόλουθη ενοχή, και παρατηρεί παιδιά δυόμισι χρονών να εκθέτουν οιδιπόδειες φαντασιώσεις, ενώ μέχρι τότε πίστευαν ότι το οιδιπόδειο στάδιο αρχίζει γύρω στα τρία ή τα τέσσερα. Κατά την Κλάιν το Υπερεγώ όχι μόνο προηγείται του οιδιποδείου συμπλέγματος, πολύ νωρίτερα δηλαδή από ότι πρέσβευε η κλασική θεωρία, αλλά και προωθεί την ανάπτυξή του. Το πρώιμο αυτό υπερεγώ, φαίνεται να έχει πολύ άγρια στοματικά, ουρηθρικά και πρωκτικά χαρακτηριστικά, ενώ και οι επιθετικές φαντασιώσεις είναι ενεργές ήδη από την αρχή της ζωής. Ο ρόλος της επιθετικότητας επανεκτιμήθηκε από την Κλάιν, αφού περιέγραψε λεπτομερώς την πρώιμη σύγκρουση μεταξύ των ενστίκτων της ζωής και του θανάτου, καθώς και τα άγχη και τις άμυνες που γεννά.

Τα ευρήματά της για πρώιμες αντικειμενοτρόπες σχέσεις, έριξαν νέο φως στην ανδρική και γυναικεία σεξουαλικότητα, αποκαλύπτοντας και στα δύο φύλα μια πρώιμη επίγνωση του κόλπου και τη σημασία των φαντασιώσεων που σχετίζονται με το μητρικό σώμα και τα περιεχόμενά του. Η γυναικεία σεξουαλικότητα παρουσιάστηκε από την Κλάιν σαν κάτι μάλλον αυθύπαρκτο, παρά σαν ευνουχισμένη εκδοχή της ανδρικής σεξουαλικότητας και δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη θηλυκή πλευρά του αγοριού.

Τα δύο μεγάλα αναπτυξιακά στάδια του ατόμου που περιγράφει η Κλάιν, η Σχιζοπαρανοειδής και η Καταθλιπτική θέση, χαρακτηρίζουν αντίστοιχα το πρώτο και το δεύτερο ήμισυ του πρώτου έτους της ζωής. Ιδιαιτερότητες ποιοτικές και ποσοτικές εμφανίζονται ως προς την οργάνωση του Εγώ, τις αντικειμενοτρόπες σχέσεις, τα άγχη, τις συγκρούσεις και τους μηχανισμούς άμυνας. Εκείνο δε που έχει μεγάλη σημασία για την ψυχαναλυτική προσέγγιση παιδιών και ενηλίκων είναι ότι, οι θέσεις αυτές που αναπτύσσονται  κατά τη στοματική φάση της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, αναφαίνονται και σε διαφορετικές ηλικίες, και εκτυλίσσονται ως αμυντικοί μηχανισμοί, που ενεργοποιούνται σε όλη τη διάρκεια της ζωής, ιδιαίτερα μέσα στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, όπως είναι τα διωκτικά ή καταθλιπτικά άγχη.

Σχιζοπαρανοειδής Θέση

Η σχιζοπαρανοειδής θέση αποτελεί το πρωιμότερο αναπτυξιακό στάδιο της ζωής του ατόμου και χαρακτηρίζεται από πρωτόγονες φαντασιώσεις και σχέσεις με το μερικό αντικείμενο, συναισθήματα παρανοϊκού άγχους και πρωτόγονους σχιζοειδείς μηχανισμούς άμυνας.

Το ομαλό βρέφος στο στάδιο αυτό περνά τον περισσότερο χρόνο του με το να κοιμάται, να θηλάζει, να βιώνει πραγματικές ή ψευδαισθητικές ηδονές και να ολοκληρώνει το Εγώ του εμφανίζοντας ωστόσο περιοδικά άγχη και φόβους. Οι σχέσεις που αντιλαμβάνεται, είναι αυτές με μέρη της μητέρας, κυρίως το μαστό, καθόσον δεν είναι ακόμα ικανό να αντιληφθεί τη μητέρα ως ολόκληρο αντικείμενο, αλλά ούτε και αυτόν τον μαστό ως ένα όμοιο αντικείμενο, αλλά πότε ως καλό και πότε ως κακό, ανάλογα με την ικανοποίηση ή μη των αναγκών του για τροφή.

Το ένστικτο της ζωής η libido, εκφράζεται ήδη από τη γέννηση  στις ευχάριστες επαφές με τα γενναιόδωρα αντικείμενα, δηλαδή με τον καλό μαστό. Πράγματι ο μαστός είναι το πρώτο ερέθισμα που ενεργοποιεί την πρωταρχική εκδήλωση της σεξουαλικότητας. Οι πρωτόγονες φαντασιώσεις είναι ευχάριστες για τον καλό γενναιόδωρο μαστό και ενδοβάλλονται ως καλά εσωτερικά αντικείμενα. Κάθε φορά που ικανοποιούνται οι ανάγκες του, το βρέφος νιώθει ένα προσωρινό αίσθημα ασφάλειας. Όταν όμως ένα βρέφος νιώθει απογοήτευση από ένα στήθος που δεν το ικανοποιεί, έχει επιθετικές φαντασιώσεις και επιθυμεί να δαγκώσει και να ξεσκίσει το μαστό της μητέρας του, τον οποίο φαντασιώνεται ως κακό, καταστροφικό. Έτσι από πολύ νωρίς, το Εγώ έχει μια σχέση με δύο αντικείμενα. Το πρωταρχικό αντικείμενο το στήθος, σχάζεται σε αυτή τη φάση ανάπτυξης σε δύο μέρη: το ιδεατό στήθος και το στήθος-διώκτη. Η διάσπαση του αντικειμένου ο διαχωρισμός δηλαδή, λόγω βασανιστικών αγχών, του όλου αντικειμένου, σε «καλό»-εξιδανικευμένο και «κακό»-μισητό, επιφέρει μια διπλή κίνηση εξιδανίκευσης και «διαβολοποίησης» του αντικειμένου. Το βρέφος τείνει να ενδοβάλλει το καλό και να προβάλλει το κακό εσωτερικευμένο αντικείμενο, για να αμυνθεί απέναντι στο άγχος του. Μερικές φορές προβάλλει το καλό με σκοπό να το προστατεύσει από το εσωτερικό κακό αντικείμενο, ή ενδοβάλλει το διώκτη για να τον έχει υπό έλεγχο. Σε καταστάσεις άγχους, η σχάση αυξάνει και η προβολή και ενδοβολή χρησιμοποιούνται έτσι ώστε να κρατείται ο διώκτης μακριά. Ο διώκτης άλλοτε μεν βιώνεται ως προερχόμενος απ’ έξω, δίνοντας το συναίσθημα του εξωτερικού φόβου, άλλοτε ως προερχόμενος από μέσα, δίνοντας γέννηση σε υποχονδριακής φύσης φόβους.

Τα αισθήματα καταδίωξης του παιδιού από το εξωτερικό αντικείμενο, τα παρανοειδή δηλαδή άγχη, είναι ανάλογα σε ένταση προς τις δικές του επιθετικές κινήσεις. Το κύριο άγχος λοιπόν στη σχιζοπαρανοειδή θέση, όπου η ψυχική ζωή δεν είναι ενοποιημένη είναι, το αντικείμενο διώκτης, να εισβάλει και να καταστρέψει τον εαυτό. Αυτές οι φαντασιώσεις καταστροφής ισοδυναμούν με επιθυμίες θανάτου. Η θέση αυτή ονομάστηκε έτσι από την Κλάιν διότι έχει σχέση με τη διατήρηση και επιβίωση του Εγώ, επειδή το κύριο άγχος είναι παρανοϊκό, η δε κατάσταση του Εγώ χαρακτηρίζεται από σχάση, άρα είναι σχιζοειδής.

Γεννάται όμως το ερώτημα, πώς το φυσιολογικό άτομο μεγαλώνει σχετικά χωρίς προβλήματα, δια μέσου της σχιζοπαρανοειδούς θέσης, για να φθάσει στην επόμενη φάση της ανάπτυξης που είναι η καταθλιπτική θέση. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η επικράτηση των καλών έναντι των κακών εμπειριών, όπου σημαντικό ρόλο παίζουν τόσο εσωτερικοί όσο και εξωτερικοί παράγοντες. Στην περίπτωση της υπερίσχυσης των κακών εμπειριών δημιουργούνται διάφορες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Οι ψυχώσεις π.χ. είναι κατά την Κλάιν ένας συνδυασμός άρνησης της πραγματικότητας, υπερβολικής ταύτισης και παθολογικής σχάσης. Η κυριαρχία του φόβου των εξωτερικών διωκτών χαρακτηρίζει την παράνοια, η προβολή των διωκτών επάνω σε όργανα ή λειτουργίες του σώματος, καθορίζει τα υποχονδριακά συμπτώματα. Εξ άλλου καθηλώσεις στο στάδιο αυτό, μπορεί να οδηγήσουν σε διαταραχές προσωπικότητας σχιζοειδικού ή ναρκισσιστικού τύπου, καθώς και σε σεξουαλική πολυμειξία.

Η Προβλητική Ταύτιση

Η προβλητική ταύτιση, όρος που εισήγαγε η Κλάιν, εδράζεται στη σχιζοπαρανοειδή θέση. Είναι μηχανισμός άμυνας που στόχο έχει να αποβάλει προς το άλλο πρόσωπο μέσω της προβολής, τα κακά τμήματα του εαυτού, που δεν καταφέρνουν να συγκρατηθούν και που δεν είναι πια υποφερτά. Η φαντασίωση παντοδύναμης κυριαρχίας εκδιπλώνεται με ιδιαίτερη δύναμη.

Ταύτιση υπάρχει, επειδή το αντικείμενο εξομοιώνεται με διασπασμένα τμήματα του Εγώ, αλλά και καθόσον το άλλο άτομο, ο ψυχαναλυτής λόγου χάρη, οδηγείται να νιώσει συναισθήματα που το παιδί ή ο αναλυόμενος δεν αναγνωρίζει, εξ αιτίας του μηχανισμού της άρνησης και δεν τα αντέχει μέσα του. Βρίσκεται έτσι να ταυτίζεται παρά τη θέλησή του ο αναλυτής προς τον αναλυόμενο, μέσω της προβολής που ασκεί επάνω του ο αναλυόμενος των δικών του αισθημάτων άγχους, ή μίσους. Ο αναλυόμενος δυσφορεί μέσα του, χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει στον εαυτό του, αφού δεν αντιλαμβάνεται ότι το άγχος και το μίσος προέρχονται από τον ίδιο. Το συναίσθημα όμως εκδιπλώνεται λες και ο ψυχισμός του τηλεκατευθύνεται από άλλον, και ο ψυχαναλυτής μπορεί έτσι, αν αναγνώρισε την προβολή να καταλάβει ως εκ των έσω τα άγχη και τις φαντασιώσεις του ασθενούς του. Η προβλητική ταύτιση πηγαίνει σημαντικά πέρα από αυτό που ονομάζεται μεταβίβαση, μέσα στην οποία, ο αναλυόμενος διαστρεβλώνει την εικόνα που έχει για τον αναλυτή, καθώς κατευθύνει προς τον αναλυτή τα ίδια συναισθήματα που ένιωθε για ένα άλλο άτομο παλιότερα στη ζωή του. Στην προβλητική ταύτιση, δεν περιορίζεται μόνο στο να βλέπει τον αναλυτή με έναν διαστρεβλωμένο τρόπο, ο οποίος καθορίζεται από τις αντικειμενοτρόπες σχέσεις του παρελθόντος του, αλλά επί πλέον ασκεί πίεση στον αναλυτή, να βιώσει τον ίδιο του τον εαυτό με έναν τρόπο σύμφωνο με την ασυνείδητη φαντασίωση του αναλυόμενου. Η αντιμεταβίβαση, ερμηνευμένη πια, μπορεί να χρησιμεύσει ως οδηγός για την κατανόηση της συνεδρίας ή της θεραπείας.

Καταθλιπτική Θέση

Το πέρασμα στην καταθλιπτική θέση είναι η στιγμή που πραγματοποιείται το πέρασμα, από το μερικό στο πλήρες αντικείμενο, με αντάλλαγμα καταθλιπτικές κινήσεις, την εμπειρία της ενοχής και την ανάπτυξη επανορθωτικών τάσεων, είναι επομένως πρόοδος στην ανάπτυξη του παιδιού. Σημαίνει ότι το βρέφος στον έκτο μήνα, αναγνωρίζει πως οι επιθέσεις του, μπορεί να καταστρέψουν το αντικείμενο, το οποίο έχει πλέον γίνει πλήρες, δηλαδή αναγνωρίζεται ως άλλο από τον εαυτό του και αρχίζει να σχετίζεται μαζί του. Οι διαδικασίες σχάσης αρχίζουν να ελαττώνονται και το βρέφος φοβάται πια τα αποτελέσματα της καταστροφικότητάς του, η οποία συνδέεται με την ενόρμηση θανάτου. Η αυξανόμενη συναίσθηση της πραγματικότητας που αποκτά, του αποκαλύπτει ότι, ο καλός και ο κακός μαστός, είναι ένας και ο αυτός και ότι η μητέρα, ως ολικό αντικείμενο, έχει καλά και κακά μέρη. Το βρέφος σχετίζεται όλο και περισσότερο όχι μόνο με το στήθος, τα χέρια, το πρόσωπο, τα μάτια της μητέρας του, ως ξεχωριστά αντικείμενα, αλλά και με τη μητέρα ως άτομο, που μπορεί κατά καιρούς να είναι καλή ή κακή, παρούσα ή απούσα, αγαπητή, ή μισητή. Με το να αναγνωρίζει τη μητέρα του ως άτομο, είναι σαν να αναγνωρίζει ότι και αυτή έχει μια δική της ζωή, όπως και σχέσεις με άλλα άτομα. Από την αναγνώριση αυτή πηγάζει το αίσθημα της εξάρτησης και η ζήλεια. Συγχρόνως, με την νέα αντίληψη που αποκτάται για το αντικείμενο, επιτελείται και μια θεμελιώδης αλλαγή στο Εγώ, γιατί όπως η μητέρα καθίσταται ένα ολόκληρο αντικείμενο, έτσι και το εγώ του νηπίου καθίσταται ένα ολόκληρο Εγώ και σχάζεται όλο και λιγότερο σε καλά και κακά μέρη. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ολοκλήρωση του αντικειμένου και του Εγώ εξελίσσονται ταυτόχρονα.

Το εγώ έχει επιτύχει τώρα μια νέα σχέση με την πραγματικότητα. Ανακαλύπτει την εξάρτησή του από τη μητέρα, και εκφράζει την ευγνωμοσύνη του προς αυτήν, εκδηλώνοντας συναισθήματα αγάπης. Αλλά αυτή η πρώτη αγάπη, διαταράσσεται κιόλας στις ρίζες της, από καταστρεπτικές παρορμήσεις. Η αγάπη και το μίσος προς την μητέρα δίνουν μάχη στην ψυχή του νηπίου και αισθάνεται έντονα αισθήματα φόβου και ενοχής. Η πλήρης προβολή της επιθετικότητας στην σχιζοπαρανοειδή θέση, που επέτρεπε, αφενός την προς τα έξω διάχυση της επιθετικότητας, αφετέρου τη διατήρηση της αίσθησης ότι λείπει η εσωτερική επιθετικότητα, δεν λειτουργεί πλέον. Έτσι ο φόβος που κυριαρχεί στην καταθλιπτική θέση, σε αντίθεση με τον προηγούμενο φόβο δίωξης, σχετίζεται με την φαντασιωσική πρόκληση βλάβης στα καλά εσωτερικά και εξωτερικά αντικείμενα. Η διατήρηση των καλών αντικειμένων γίνεται βαθμιαία πιο σημαντική και από αυτή τη διατήρηση του εγώ. Τα κακά εσωτερικά αντικείμενα που δεν προβάλλονται πλέον, απαρτίζουν το πρωτογενές υπερεγώ, που επιτίθεται στο εγώ με συναισθήματα ενοχής. Το αίσθημα της επαναλαμβανόμενης κατάθλιψης που νιώθει το νήπιο επειδή έχει καταστρέψει τη μητέρα και το στήθος της, είναι πολύ οδυνηρό. Το εγώ χρησιμοποιεί δυνατούς μηχανισμούς άμυνας σ’ αυτό το στάδιο, οι οποίοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: τους μανιακούς μηχανισμούς άμυνας και την επανόρθωση.

Μανιακοί Μηχανισμοί άμυνας

Υπό την κλασική της μορφή όπως την περιγράφει η Κλάιν, η μανιακή άμυνα δηλαδή η κίνηση εξιδανίκευσης του αντικειμένου, είναι μορφή αμυντικής συμπεριφοράς που μέσω της εκδραμάτισης συχνά προκαλεί ακαμψία στη συμπεριφορά ή αναστολές. Εκδηλώνεται σε άτομα που αμύνονται ενάντια στο άγχος, την ενοχή και την κατάθλιψη. Το υποκείμενο με μανιακές άμυνες, δεν έχει διόλου συνείδηση της αμυντικής του στάσης.

Η οργάνωση των μανιακών μηχανισμών άμυνας στην ΚΘ περιλαμβάνει μηχανισμούς που έχουν συναντηθεί στην ΣΠΘ, όπως είναι η σχάση, η άρνηση, ή η προβλητική ταύτιση. Η διαφορά έγκειται στο ότι οι μηχανισμοί άμυνας στην ΚΘ, συνεργάζονται με ένα εγώ πιο ολοκληρωμένο και κατευθύνονται εναντίον του καταθλιπτικού άγχους και της ενοχής. Εφόσον το καταθλιπτικό άγχος συνδέεται με αυξανόμενη επίγνωση της εσωτερικής πραγματικότητας, οι μανιακοί μηχανισμοί άμυνας θα χρησιμοποιηθούν εναντίον αυτής της επίγνωσης. Εφόσον επίσης η ΚΘ συνδέεται με συναισθήματα εξάρτησης από το αντικείμενο, οι μανιακοί μηχανισμοί θα στραφούν εναντίον κάθε συναισθήματος εξάρτησης. Εφόσον τέλος το καταθλιπτικό άγχος συνδέεται με αμφιθυμία, το εγώ θα αμυνθεί με μια ανανέωση της σχάσης του αντικειμένου και του εγώ.

Προστίθεται επίσης μια φαντασίωση παντοδύναμης κυριαρχίας, χάρη στην οποία το άτομο φαντάζεται ότι κυριαρχεί πάνω σε όλες τις καταστάσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν άγχος, ή αίσθημα αδυναμίας. Η παντοδυναμία, είναι μηχανισμός που βασίζεται στην ταύτιση με ένα εξιδανικευμένο και ισχυρό καλό αντικείμενο και την άρνηση των αδύναμων όψεων της εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας.  

Οι μανιακοί μηχανισμοί άμυνας παίζουν σημαντικά θετικό ρόλο στην εξέλιξη του ατόμου. Όταν όμως εμφανίζουν πολύ μεγάλη ένταση και διάρκεια, δημιουργούνται καθηλώσεις που εμποδίζουν την ομαλή ανάπτυξη. Υπομανιακά και μανιακά σύνδρομα αντανακλούν την επικράτηση των μανιακών αμυνών. Λιγότερο έντονη παρουσία αυτών των αμυνών χαρακτηρίζει την υπομανιακή προσωπικότητα, που τείνει να θαυμάζει υπερβολικά τους άλλους εξιδανικεύοντάς τους, να εκφράζει περιφρόνηση ή υποτίμηση.

Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η σχιζοπαρανοειδής και η καταθλιπτική θέση είναι διαδοχικές στιγμές της ανάπτυξης, αλλά ότι η έννοια της θέσης υποδηλώνει επίσης, τη δυνατότητα επιστροφής αργότερα σε αυτή μέσω παλινδρόμησης και  εμφανίζεται ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Στο έργο της «Η Ψυχανάλυση των παιδιών» η Κλάιν σημειώνει επανειλημμένα ότι υπάρχει μανιακή άμυνα στο τέλος της συνεδρίας, όταν εμφανίζεται κίνηση ευεξίας χαρακτηριστική της ναρκισσιστικής ικανοποίησης. Για παράδειγμα ένα παιδί ρίχνει ένα βλέμμα έξω από το παράθυρο και αναφωνεί ότι ο καιρός είναι ωραίος και ότι αισθάνεται καλά, αρνούμενο το άγχος που μόλις ένιωσε. Κατά τις ψυχοθεραπείες ή τις αναλύσεις, αν οι μανιακές άμυνες μπορούν να μειωθούν, η κατάθλιψη μπορεί να αντιμετωπιστεί και να υποστεί επεξεργασία.

Τα συναισθήματα του φόβου καταστροφής και ενοχής επειδή είναι οδυνηρά, περνούν αρχικά σε δεύτερο πλάνο. Αυτά στην ενήλικη ζωή εκφράζονται με μεταμφιεσμένους τρόπους και αποτελούν πηγή δυσκολιών στις διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου. Η ψυχανάλυση έχει ανακαλύψει ότι ο λόγος που ορισμένα άτομα έχουν έντονη ανάγκη να επαινούνται, ακόμα και από ασήμαντους γι΄ αυτούς ανθρώπους, βρίσκεται στην ανάγκη τους για μια απόδειξη ότι είναι άξιοι να αγαπιούνται. Αυτό το συναίσθημα προέρχεται, από τον ασυνείδητο φόβο ότι είναι ανίκανοι να αγαπήσουν αρκετά ή αληθινά τους άλλους και ιδιαίτερα από την αδυναμία τους να ελέγξουν τις επιθετικές παρορμήσεις τους ενάντια στους άλλους. Έχουν το φόβο μήπως αποτελούν κίνδυνο για το πρόσωπο που αγαπούν.

Άλλη παθολογική κατάσταση που μπορεί να προκύψει από ανεπαρκή επεξεργασία της καταθλιπτικής θέσης είναι το παθολογικό πένθος. Χαρακτηρίζεται από την απώλεια των καλών εσωτερικών και εξωτερικών αντικειμένων, που προκαλείται από τη φαντασιωσθείσα καταστροφή τους, λόγω του μίσους εναντίον τους. Τα κακά εσωτερικά αντικείμενα σχηματίζουν το πρωτόγονο σαδιστικό υπερεγώ, προκαλούν υπερβολική ενοχή και δημιουργούν το συναίσθημα ότι όλα τα καλά αντικείμενα είναι νεκρά και ο κόσμος είναι άδειος από αγάπη. Αυτό το σαδιστικό υπερεγώ χαρακτηρίζεται από σκληρότητα, απαιτήσεις για τελειότητα και μίσος για τα ένστικτα. Στις ψυχωσικές καταθλίψεις υπάρχουν ασυνείδητες φαντασιώσεις ολικής καταστροφής των αντικειμένων του εσωτερικού κόσμου που εκφράζονται με υποχονδριακό παραλήρημα, ή φαντασιώσεις για καταστροφή του εξωτερικού κόσμου μέσω της προβολής.

Σε μια γενικότερη παλινδρόμηση εναντίον του παθολογικού αβάσταχτου πένθους, δυνατόν να υπάρξει επανενίσχυση των πρωιμότερων παρανοειδών σχιζοειδών μηχανισμών, δηλαδή παρανοϊκοί φόβοι ως άμυνα εναντίον της παθολογικής ενοχής και κατάθλιψης. Έχει αποδειχτεί από την ψυχαναλυτική έρευνα ότι η ένταση αυτών των φαντασιώσεων του εσωτερικού πολέμου και οι φόβοι που συνδέονται με αυτόν, βρίσκονται στη ρίζα της συνείδησης που ονομάζουμε μνησίκακη ή εκδικητική. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτές οι εντάσεις και οι φόβοι μπορούν να εκδηλωθούν σε σοβαρές διανοητικές διαταραχές και να οδηγήσουν στην αυτοκτονία.

Φθόνος και Επανόρθωση

Η Μέλανι Κλάιν ταύτισε πολύ νωρίς την απληστία, ως πρωτόγονη μορφή της επιθετικότητας και του φθόνου. Καταβροχθίζοντας τον μαστό, το βρέφος μπορεί να πιστεύει ότι τον κατέστρεψε ή του προκάλεσε βλάβη. Καταστρέφοντας όμως τον άλλο, πλήττει τον εαυτό του, εφόσον δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον μαστό.

Τα παρανοειδή διωκτικά άγχη κατά τη διάρκεια της σχιζοπαρανοειδούς θέσης, που είναι διάσπαρτα χωρίς βάση και μπορούν να αναδυθούν ανά πάσα στιγμή, τα διαδέχεται στην καταθλιπτική θέση, μια κατανόηση του εαυτού και του άλλου, η οποία ξεκινά από την ενοχή και ξυπνάει μια ανάγκη επανόρθωσης του κατεστραμμένου εσωτερικού αντικειμένου. Αν μέσα στις επιθετικές φαντασιώσεις της σχιζοπαρανοειδούς θέσης το βρέφος αισθάνεται ότι έχει κάνει κακό στη μητέρα του δαγκώνοντας και ξεσκίζοντας το μαστό της, καταστρέφοντάς την, σύντομα στην καταθλιπτική θέση, θα μπορέσει να επανορθώσει, δημιουργώντας τη φαντασίωση ότι ξαναενώνει όλα τα κομμάτια της και την ξαναζωντανεύει. Η επανόρθωση, φαντασίωση που ανέδειξε η Μέλανι Κλάιν, οδηγεί το παιδί σε προσπάθειες αποκατάστασης του εξωτερικού αντικειμένου, που η καταστροφικότητά του έχει φαντασιωτικά καταστρέψει. Είναι μια θεμελιώδης ψυχική διαδικασία που επιτρέπει να καταπραϋνθεί η ενοχή. Μπορούμε να πούμε απλοποιώντας ότι, αν καταβροχθίζει κανείς ή ενσωματώνει κάτι με απληστία, άρα επιθετικά, θα σπεύσει να το αποκαταστήσει επανορθώνοντάς το, το ταχύτερο δυνατόν. Η επανόρθωση αποτελεί τη βάση της μετουσίωσης.

Οι προσπάθειες επανόρθωσης είναι μια ατέρμονη υποχρέωση, αφού η ενοχή αναδύεται ξανά αδιάκοπα. Στο τέλος του έργου της, η Κλάιν προσπαθεί να δείξει την καταστροφικότητα του φθόνου, αλλά διερευνά επίσης και το πέρασμα από το φθόνο στην ευγνωμοσύνη, τη μόνη πραγματική διέξοδο που επιτρέπει να επεξεργάζεται κανείς τα συνδεόμενα με επιθετικές φαντασιώσεις άγχη. Στη μελέτη της «Η αγάπη και το μίσος» αναφέρει χαρακτηριστικά ότι: μέσα στο νήπιο είναι ζωντανή μαζί με τις καταστρεπτικές τάσεις η δύναμη της αγάπης, που είναι η εκδήλωση των δυνάμεων που τείνουν στη διατήρηση της ζωής. Η αγάπη βρίσκει τη θεμελιακή έκφρασή της στην προσκόλληση του βρέφους στο στήθος της μητέρας, προσκόλληση που μετατρέπεται σε αγάπη σ’ αυτήν ως πρόσωπο. Η Κλάιν σημειώνει ότι η ψυχαναλυτική της πράξη την έχει πείσει ότι, όταν προκαλούνται οι συγκρούσεις ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος μέσα στην ψυχή του βρέφους, όταν γίνεται ενεργός ο φόβος μήπως χάσει το αγαπημένο πρόσωπο, πραγματοποιείται ένα σημαντικό βήμα στην εξέλιξη. Τα συναισθήματα ενοχής και άγχους μπαίνουν τώρα ως ένα νέο στοιχείο, μέσα στο συναίσθημα της αγάπης. Γίνονται ουσιαστικά μέρος της αγάπης και την επηρεάζουν βαθύτατα και στην ποιότητα και στην ποσότητα. Ακόμα και στο νήπιο είναι δυνατόν να παρατηρήσουμε μια ανησυχία για το πρόσωπο που αγαπά που δεν είναι απλά και μόνο, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, ένα σημάδι εξάρτησης από ένα πρόσωπο που το αγαπά. Στο ασυνείδητο του νηπίου αλλά και του ενηλίκου, δίπλα στις καταστροφικές παρορμήσεις, υπάρχει μια βαθιά ανάγκη να θυσιαστεί, για να βοηθήσει τα αγαπημένα πρόσωπα, που τους έκανε κακό ή που τα κατέστρεψε στη φαντασία του. Η ανάγκη του ατόμου να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους συνδέεται στα βάθη της ψυχής του μ’ ένα δυνατό συναίσθημα ευθύνης κι ανησυχίας γι’ αυτούς, που εκδηλώνεται με τη μορφή μιας γνήσιας συμπάθειας για τους άλλους και μια ικανότητα να τους κατανοεί έτσι όπως είναι, να μπαίνει στη θέση τους και να ταυτίζεται μαζί τους.

Η ασυνείδητη ενοχή του βρέφους και η θλίψη του που προέρχονται από τις φαντασιώσεις του, κατά τις οποίες η λαιμαργία και το μίσος του το κάνουν να καταστρέφει τη μητέρα του, γεννά την επιθυμία να γιατρέψει αυτές τις φανταστικές πληγές και να επανορθώσει τα αδικήματά του εναντίον της. Το μίσος και η επιθυμία εκδίκησης π.χ. της μητέρας που απογοήτευσε το μικρό κορίτσι και γέννησε την ενοχή και την απελπισία, μπορεί να εξαλειφθεί φαντασιωσικά, με το να παίζει το ρόλο της μητέρας, φροντίζοντας στοργικά την κούκλα της. Αυτός ο τρόπος επανόρθωσης είναι ένα θεμελιακό στοιχείο σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις.

Η ανάγκη για επανόρθωση θα αποδιώξει την απελπισία, που γεννιέται από την ενοχή, η ελπίδα θα επικρατήσει και τότε η αγάπη του μωρού και η επιθυμία του να επανορθώσει, θα μετατεθούν ασυνείδητα σε νέα αντικείμενα αγάπης και σε νέα ενδιαφέροντα. Αυτά συνδέονται στο ασυνείδητό του με το πρώτο αγαπημένο πρόσωπο. Η σχέση του με τα νέα πρόσωπα ή ενδιαφέροντα, του επιτρέπουν να ξαναβρεί αυτό το αγαπημένο πρόσωπο, τη μητέρα, ή να το αναδημιουργήσει και να παραδεχτεί ότι και το ίδιο είναι άξιο της δικής της αγάπης. Έτσι είναι που πλαταίνει η επανόρθωση, που είναι ένα τόσο σημαντικό στοιχείο στην ικανότητα να αγαπάμε, και δυναμώνει πολύ την ικανότητα του βρέφους να βρίσκει μέσα του ό,τι καλό του έρχεται από τον εξωτερικό κόσμο.  Αυτή η ικανοποιητική ισορροπία ανάμεσα στο να δίνεις και να παίρνεις, είναι η πρώτη προϋπόθεση για την κατοπινή ευτυχία του ατόμου.

Αν, εν τέλει, στο βάθος του ασυνειδήτου μας, καταφέραμε σύμφωνα με την Μέλανι Κλάιν, να αποδεχτούμε τα δικά μας συναισθήματα μίσους και αγάπης για τους γονείς μας και σβήσουμε, σε ορισμένο βαθμό, τα παράπονα και τις απογοητεύσεις που νιώσαμε ενάντια σ’ αυτούς, θα μπορέσουμε τότε, να είμαστε σε ειρήνη με τον εαυτό μας και να αγαπάμε τους άλλους με την αληθινή σημασία της λέξης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μέλανι Κλάιν και Τζόαν Ριβιέρ: Η αγάπη και το μίσος, εκδ. Κονιδάρη, Αθήνα 1990

Χάνα Σήγκαλ: Εισαγωγή στο έργο της Μέλανι Κλάιν, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999

Nancy Mc Williams: Ψυχαναλυτική Διάγνωση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Dominique Bourdin: Η ψυχανάλυση από τον Φρόυντ ως τις μέρες μας, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2005

P. D. Hinshelwood: Λεξικό της κλαϊνικής σκέψης, εκδ. Νοόγραμμα,   Αθήνα 2008

Κύλιση στην κορυφή